Ιστορικό και Αρχαιολογικό Υπόβαθρο
Η Πορτή διαθέτει μια πλούσια και μακρά ιστορική διαδρομή. Ακολουθούν τα συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία, οι σημαντικές χρονολογίες, οι πολεμικές συγκρούσεις και τα πρόσωπα που συνδέονται με το χωριό.
Ιστορικό και Αρχαιολογικό Υπόβαθρο
Αρχαιότητα & Ρωμαϊκοί Χρόνοι Ονομασία «Άκρον» ή «Αθήναιον»: Ο αρχαίος ιστορικός Πολύβιος αναφέρει την περιοχή της Πορτής με αυτά τα ονόματα. Εκεί βρισκόταν η οχυρωμένη ακρόπολη του αρχαίου πολίσματος (στο όρος Ίταμος) και προκεχωρημένο φυλάκιο των αρχαίων Γόμφων.
Στρατόπεδο Αμύνανδρου (198 π.Χ.): Στη θέση Παλιόκαστρο είχε στήσει το στρατόπεδό του ο βασιλιάς των Αθαμάνων, Αμύνανδρος, κατά τις συγκρούσεις του με τους Μακεδόνες.
Καταστροφή από τον Ιούλιο Καίσαρα (48 π.Χ.): Κατά τη διάρκεια του Ρωμαϊκού Εμφυλίου Πολέμου (μεταξύ Καίσαρα και Πομπήιου), τα τείχη της περιοχής καταστράφηκαν από τις δυνάμεις του Ιουλίου Καίσαρα, καθώς η ευρύτερη περιοχή των Γόμφων είχε ταχθεί με το μέρος του Πομπήιου. Στα οθωμανικά αρχεία και από περιηγητές (όπως ο Πουκεβίλ) αναφέρεται ως Μπορτί ή Πορτί. Λόγω του δύσβατου χαρακτήρα της, η περιοχή υπήρξε κρησφύγετο κλεφτών και αρματολών· μάλιστα, ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι εκεί συναντήθηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης με τον οπλαρχηγό Νικόλαο Στουρνάρη.
Οι συγκεκριμένες ιστορικές πηγές φωτίζουν την κατάσταση του οικισμού:
Ο Φρανσουά Πουκεβίλ (François Pouqueville): Στο μνημειώδες πεντάτομο έργο του «Voyage dans la Grèce» (Ταξίδι στην Ελλάδα), ο Γάλλος γιατρός και διπλωμάτης κατέγραψε με σχολαστικότητα τα χωριά της Θεσσαλίας και της Ηπείρου των αρχών του 19ου αιώνα. Σημειώνει τον οικισμό ως Μπορτί, αποδίδοντας φωνητικά τη δυτική ή τοπική προφορά της εποχής, και τον εντάσσει γεωγραφικά στο ευρύτερο βιλαέτι του Φαναρίου.
Ο Νικόλαος Κασομούλης: Ο σπουδαίος αγωνιστής και ιστοριογράφος του 1821, στα δικά του «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», χρησιμοποιεί καθαρά την ονομασία Πορτή, επιβεβαιώνοντας ότι οι Έλληνες της εποχής χρησιμοποιούσαν το όνομα αυτό, το οποίο παρέπεμπε απευθείας στο φυσικό «πέρασμα» ή «πόρτα» των βουνών.
Οθωμανικά Κατάστιχα και Αρχεία του Αλή Πασά: Στις τουρκικές απογραφές και στα φορολογικά έγγραφα (όπου καταγραφόταν ως βυζαντινός οικισμός), αλλά και στα μετέπειτα αρχεία της διοίκησης του Αλή Πασά των Ιωαννίνων (ο οποίος ήλεγχε απόλυτα την περιοχή), το χωριό εμφανίζεται με παραπλήσιες φωνητικές αποδόσεις, καθώς αποτελούσε σημείο στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο των περασμάτων προς τα Άγραφα.
Η παρουσία των κλεφταρματολών στην Πορτή κατά την Επανάσταση .
Η Πορτή κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αποτέλεσε έναν από τους πιο κρίσιμους στρατηγικούς κόμβους της Δυτικής Θεσσαλίας. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης (το περίφημο «Στενό της Πορτής»), λειτουργούσε ως το βασικό πέρασμα που ένωνε τον θεσσαλικό κάμπο με τα Άγραφα, τον Ασπροπόταμο (Τρίκαλα) και την Ήπειρο.
Για τον λόγο αυτό, έγινε το επίκεντρο των κινήσεων των σπουδαιότερων κλεφταρματολών της περιοχής, με κυρίαρχες μορφές τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και τον Νικόλαο Στουρνάρη.
Το Στρατηγικό Ορμητήριο του Καραϊσκάκη
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ως αρματολός των Αγράφων, γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή τα περάσματα του Μουζακίου και της Πορτής.
Κρησφύγετο και Παρατηρητήριο: Η Πορτή προσέφερε στους επαναστάτες φυσική οχύρωση. Από το υψόμετρο του χωριού και τα γύρω υψώματα (όπως το Παλαιόκαστρο), οι κλέφτες μπορούσαν να ελέγχουν τις μετακινήσεις των οθωμανικών στρατευμάτων που έρχονταν από το κοντινό κάστρο του Φαναρίου.
Η Σύσκεψη των Οπλαρχηγών: Στην ευρύτερη περιοχή της Πορτής και του Μουζακίου, ο Καραϊσκάκης συναντήθηκε επανειλημμένα με τον Νικόλαο Στουρνάρη (οπλαρχηγό του Ασπροποτάμου) και άλλους Θεσσαλούς καπεταναίους. Εκεί σχεδίαζαν τις ενέδρες εναντίον των Τούρκων, ώστε να τους εμποδίσουν να κατέβουν στον κάμπο ή να στείλουν ενισχύσεις προς την Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα.
Η Μάχη στην Πύλη και η Στενωπός της Πορτής (1823)
Η πιο δραματική στιγμή για την περιοχή καταγράφεται το 1823. Ο Οθωμανός πασάς Μουσταής της Σκόδρας εκστράτευσε με ισχυρές δυνάμεις (κυρίως Τουρκαλβανούς) με σκοπό να καταστείλει την επανάσταση στη Δυτική Ελλάδα.
Η Άμυνα των Αρματολών: Οι Έλληνες οπλαρχηγοί, ανάμεσά τους ο Στουρνάρης και οι άνδρες του Καραϊσκάκη, οχυρώθηκαν στα στενά περάσματα της Πορτής και της γειτονικής Πόρτα-Παναγιάς (Πύλης).
Η Σύγκρουση και η Καταστροφή: Παρά την ηρωική αντίσταση των κλεφταρματολών, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το δύσβατο έδαφος προξενώντας απώλειες στον εχθρό, οι οθωμανικές δυνάμεις ήταν συντριπτικά περισσότερες. Οι Τούρκοι κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας, πέρασαν στα Άγραφα και, ως αντίποινα, πυρπόλησαν και λεηλάτησαν την Πορτή και τα γύρω χωριά.
1. Η Δράση του Νικόλαου Στουρνάρη στην Περιοχή της Πορτής
Ο Νικόλαος Στουρνάρης (ή Στουρνάρας), ως ο ισχυρός και μορφωμένος καπετάνιος του Ασπροποτάμου (περιοχή Πίνδου/Τρικάλων), έβλεπε την Πορτή και το Μουζάκι ως τον ζωτικό πνεύμονα της δικής του επικράτειας.
-
Οικονομικός και Στρατιωτικός Έλεγχος: Το αρματολίκι του Ασπροποτάμου βασιζόταν οικονομικά στην κτηνοτροφία. Το χειμώνα, τα κοπάδια έπρεπε να κατέβουν από τα ορεινά της Πίνδου στον θεσσαλικό κάμπο. Η Πορτή ήταν η φυσική «πύλη» γι' αυτή τη μετακίνηση. Ο Στουρνάρης διατηρούσε ισχυρά ερείσματα και δίκτυο πληροφοριοδοτών στο χωριό, ώστε να ελέγχει ποιος μπαινοβγαίνει στον κάμπο.
-
Η Συνεργασία με τον Καραϊσκάκη: Αν και οι δύο άνδρες είχαν κατά καιρούς ανταγωνισμούς για τα όρια των αρματολικιών (Ασπροπόταμος ο Στουρνάρης, Άγραφα ο Καραϊσκάκης), η Πορτή έγινε το σημείο της στρατιωτικής τους σύγκλισης. Όταν οι Τούρκοι πίεζαν το Μουζάκι ή το Φανάρι, ο Στουρνάρης κατέβαζε τα παλικάρια του από τα ορεινά περάσματα της Πορτής για να ενισχύσει τον Καραϊσκάκη, δημιουργώντας ένα κοινό μέτωπο που οι Οθωμανοί δυσκολεύονταν να διασπάσουν.
-
Το Κίνημα του 1821 και η Οπισθοχώρηση: Τον Ιούλιο του 1821, όταν ο Στουρνάρης μαζί με τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο κήρυξαν την επανάσταση στον Ασπροπόταμο, οι οθωμανικές δυνάμεις αντέδρασαν άμεσα. Η Πορτή λειτούργησε τότε ως γραμμή άμυνας και καταφύγιο. Όταν οι επαναστάτες πιέζονταν στον κάμπο, υποχωρούσαν στα υψώματα της Πορτής, όπου το ιππικό των Τούρκων ήταν εντελώς άχρηστο.
2. Η Σχέση του Κάστρου του Φαναρίου με τις Επιχειρήσεις των Κλεφτών
Το Κάστρο του Φαναρίου (χτισμένο σε έναν επιβλητικό, απόκρημνο λόφο που δεσπόζει σε όλη τη Δυτική Θεσσαλία) ήταν το αντίπαλον δέος των κλεφτών της Πορτής.
Το Οθωμανικό Παρατηρητήριο: Το Φανάρι ήταν η έδρα της τουρκικής φρουράς και το διοικητικό κέντρο της περιοχής. Από τα τείχη του, οι Οθωμανοί είχαν «πιάτο» ολόκληρο τον κάμπο της Καρδίτσας και των Τρικάλων, αλλά και τις εισόδους των βουνών. Μπορούσαν να δουν αμέσως αν υπήρχε κινητικότητα ανταρτών στην Πορτή ή στο Μουζάκι.
Το Παιχνίδι της «Γάτας με το Ποντίκι»: Η απόσταση ανάμεσα στο Κάστρο του Φαναρίου και την Πορτή είναι μικρή, γεγονός που δημιουργούσε μια διαρκή κατάσταση πολέμου. Οι κλέφτες χρησιμοποιούσαν την Πορτή ως ορμητήριο για αστραπιαίες επιδρομές εναντίον τουρκικών εφοδιοπομπών που έβγαιναν από το Φανάρι. Μόλις ολοκλήρωναν την επίθεση, εξαφανίζονταν στα δύσβατα μονοπάτια των Αγράφων πριν προλάβει η φρουρά του κάστρου να στείλει ενισχύσεις.Το Φανάρι ως Άσυλο των Τούρκων: Αντίστροφα, όποτε ο Καραϊσκάκης ή ο Στουρνάρης συγκέντρωναν μεγάλες δυνάμεις και κυνηγούσαν τους Τούρκους στον κάμπο, οι τελευταίοι κλείνονταν πίσω από τα ισχυρά βυζαντινά τείχη του Φαναρίου. Καθώς οι κλέφτες δεν διέθεταν βαρύ πυροβολικό για πολιορκίες, το Κάστρο παρέμενε απόρθητο, αναγκάζοντας τους Έλληνες οπλαρχηγούς να επιστρέφουν στις ασφαλείς θέσεις τους στην Πορτή.
Η Εκστρατεία του 1823: Στη μεγάλη επίθεση του Μουσταή πασά το 1823, το Κάστρο του Φαναρίου λειτούργησε ως η κύρια βάση ανεφοδιασμού των Τούρκων. Από εκεί εξορμήθηκαν οι οθωμανικές δυνάμεις που κατάφεραν τελικά να κάμψουν την αντίσταση των ανδρών του Στουρνάρη στα στενά της Πορτής και να πυρπολήσουν το χωριό.
Η μάχη στα στενά της Πορτής (κοντά στο Μουζάκι Καρδίτσας) το 1823 αποτελεί ένα απότα πιο δραματικά αλλά και ηρωικά επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης στη Θεσσαλία.
Το Χρονικό της Σύγκρουσης
Η στρατηγική θέση: Τα στενά της Πορτής αποτελούσαν τη φυσική «πύλη» που ένωνε τον θεσσαλικό κάμπο με την ορεινή περιοχή του Ασπροποτάμου (Πίνδος). Ο έλεγχός τους ήταν καθοριστικός.
Η άμυνα: Ο οπλαρχηγός Νικόλαος Στουρνάρης (ή Στουρνάρας), επικεφαλής των επαναστατών της περιοχής, οχύρωσε το πέρασμα για να φράξει τον δρόμο στον πολυάριθμο στρατό του Μουσταή πασά της Σκόδρας.
Η οθωμανική υπεροχή: Έχοντας ως ασφαλή βάση και κέντρο ανεφοδιασμού το γειτονικό Κάστρο του Φαναρίου, οι οθωμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση. Παρά την πεισματική αντίσταση των ανδρών του Στουρνάρη, ο τεράστιος αριθμητικός συσχετισμός υπέρ των Τούρκων έκαμψε τελικά την ελληνική άμυνα.
Οι Συνέπειες
Μετά τη διάσπαση των γραμμών, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην περιοχή και πυρπόλησαν ολοσχερώς το χωριό Πορτή, καθώς και άλλους γειτονικούς οικισμούς, ως αντίποινα για την αντίσταση των κατοίκων. Η καταστροφή αυτή ανάγκασε πολλούς αμάχους να καταφύγουν στα πιο δυσπρόσιτα λημέρια της Πίνδου, ενώ ο Στουρνάρης συνέχισε τον κλεφτοπόλεμο στα ορεινά.
Η Δεκαετία του 1940: Κατοχή και Εμφύλιος
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής και ιταλικής Κατοχής, η ευρύτερη περιοχή της Καρδίτσας αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα προπύργια της Εθνικής Αντίστασης. Η γεωγραφική θέση της Πορτής, ως πέρασμα προς τον ορεινό όγκο των Αγράφων, την κατέστησε στρατηγικό σημείο αλλά και στόχος αντιποίνων.
Καταστροφές: Το χωριό βρέθηκε συχνά στο επίκεντρο εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των κατοχικών δυνάμεων.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος: Η περίοδος 1946-1949 επέφερε βαθύ κοινωνικό διχασμό, και περαιτέρω υλικές καταστροφές, αναγκάζοντας πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν προσωρινά τις εστίες τους για λόγους ασφαλείας.
Κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Εθνικής Αντίστασης (1941-1944), η Πορτή πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος και καταστροφών, λόγω της στρατηγικής της θέσης στα ριζά των Αγράφων και δίπλα στο πέρασμα προς την ορεινή ζώνη. Η περιοχή αποτέλεσε προπύργιο των αντιστασιακών δυνάμεων του ΕΛΑΣ και συνδέθηκε άρρηκτα με τον αγώνα για την ελευθερία.
Η δράση και τα γεγονότα που σημάδεψαν το χωριό περιλαμβάνουν: Λόγω του δύσβατου ανάγλυφου και της γεωγραφικής της θέσης η Πορτή λειτούργησε ως φυσική προκάλυψη και γραμμή άμυνας για τα αντάρτικα τμήματα που έλεγχαν την ελεύθερη ορεινή Ελλάδα των Αγράφων. Όταν οι δυνάμεις κατοχής επιχειρούσαν να εισβάλουν προς τα ορεινά, η Πορτή και το γειτονικό Μουζάκι γίνονταν το επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων. Οι αντάρτες εκμεταλλεύονταν τα στενά της Πορτής για να πλαγιοκοπούν και να ανακόπτουν τις εχθρικές φάλαγγες που προσπαθούσαν να προωθηθούν προς τον Ίταμο και τα υπόλοιπα ορεινά χωριά.
Το Ιταλικό Ολοκαύτωμα (Ιούνιος 1943)
Η πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία του χωριού γράφτηκε το καλοκαίρι του 1943. Στο πλαίσιο μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ιταλών, οι κατοχικές δυνάμεις επιχείρησαν να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και να στερήσουν από τους αντάρτες τις βάσεις υποστήριξής τους.
Οι Ιταλοί ξεκίνησαν μια μανιώδη επιχείρηση πυρπόλησης και καταστροφής των χωριών της περιοχής.
Η Πορτή πυρπολήθηκε μαζί με το Μουζάκι, την Πόρτα, τη Βατσινιά και τη Σκλάταινα (Δρακότρυπα). Πολλά σπίτια του χωριού παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν βαθύτερα στα βουνά για να σωθούν.
Η «Μάχη της Σοδειάς» και η Επιβίωση
Οι κάτοικοι της Πορτής, οργανωμένοι κυρίως μέσω του ΕΑΜ, συμμετείχαν ενεργά στην περίφημη «Μάχη της Σοδειάς» στον θεσσαλικό κάμπο. Βοήθησαν στη συγκέντρωση και την απόκρυψη των σιτηρών και των τροφίμων, αποτρέποντας την αρπαγή τους από τους κατακτητές. Τα τρόφιμα αυτά μεταφέρονταν με ασφάλεια στα ορεινά, εξασφαλίζοντας την επιβίωση τόσο των αντάρτικων τμημάτων όσο και των χιλιάδων προσφύγων των καμένων χωριών.
Η Πορτή άντεξε τις κακουχίες και τις καταστροφές μέχρι τις 2 Σεπτεμβρίου 1944, όταν η ευρύτερη περιοχή της Καρδίτσας απελευθερώθηκε οριστικά από τον ζυγό του Άξονα.
Μεταπολεμική Περίοδος: Αστυφιλία και Μετανάστευση
Η Πορτή αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά και γεωστρατηγικά χωριά του Δήμου Μουζακίου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 650 μέτρων στις πλαγιές των Θεσσαλικών Αγράφων και οφείλει το όνομά της στη φυσική της θέση, καθώς λειτουργεί ως «πόρτα» (πέρασμα) ανάμεσα στα δύο βραχώδη βουνά και τον ποταμό Πάμισο. Στο πλαίσιο των μελετών της τοπικής ιστορίας, η Πορτή παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον:
Μετά τη λήξη των συγκρούσεων, η Πορτή, όπως και τα περισσότερα ορεινά χωριά της Καρδίτσας, ήρθε αντιμέτωπη με την οικονομική καχεξία και την έλλειψη υποδομών. Αυτό οδήγησε σε ένα μαζικό κύμα φυγής:
-
Εσωτερική Μετανάστευση (Αστυφιλία): Μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κυρίως οι νέοι, εγκαταστάθηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) αλλά και στο πεδινό κέντρο του νομού, την Καρδίτσα, αναζητώντας εργασία και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.
-
Εξωτερική Μετανάστευση: Πολλοί κάτοικοι ξενιτεύτηκαν σε χώρες του εξωτερικού, με κύριους προορισμούς τη Δυτική Γερμανία,Σουηδία την Αυστραλία και τις ΗΠΑ.
Η διοικητική εξέλιξη της Πορτής Καρδίτσας ακολουθεί την πορεία της ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος (1881), περνώντας από το καθεστώς του διευρυμένου δήμου στην αυτόνομη κοινότητα, και καταλήγοντας στις σύγχρονες συνενώσεις δήμων. Παράλληλα, η δημογραφική της πορεία αποτυπώνει την κλασική τάση της ελληνικής υπαίθρου: ανάπτυξη μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα και σταδιακή συρρίκνωση λόγω της αστυφιλίας και της μετανάστευσης.
Διοικητική Εξέλιξη
1883 (Ένταξη στον Δήμο Μουζακίου): Μετά την απελευθέρωση, η Πορτή εντάχθηκε αρχικά στον τότε Δήμο Μουζακίου (ΦΕΚ 126Α - 02/04/1883).
1912 (Ίδρυση αυτόνομης Κοινότητας): Με τη μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου καταργούνται οι μεγάλοι δήμοι. Η Πορτή αποσπάται από τον Δήμο Μουζακίου και ορίζεται ως έδρα της νεοσύστατης Κοινότητας Πορτής (ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912). Στην κοινότητα συμπεριλήφθηκε αργότερα και ο οικισμός Τόσκες.
1997 (Σχέδιο «Καποδίστριας»): Η Κοινότητα Πορτής καταργείται και το χωριό μετατρέπεται σε Δημοτικό Διαμέρισμα του ανασυνιστώμενου διευρυμένου Δήμου Μουζακίου.
2010 (Πρόγραμμα «Καλλικράτης» έως σήμερα): Η Πορτή αποτελεί Τοπική Κοινότητα (και μετέπειτα Δημοτική Κοινότητα) της Δημοτικής Ενότητας Μουζακίου, στον ενιαίο πλέον Δήμο Μουζακίου της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας.
Σήμερα: Με τις νεότερες μεταρρυθμίσεις, υπάγεται εκ νέου στον ενιαίο Δήμο Μουζακίου ως Τοπική Κοινότητα, περιλαμβάνοντας και τους οικισμούς .Μαρτίνι, Μέλιγος και Τόσκες.
Σχετικά με τον Συγγραφέα
Ο Σεραφείμ Κ. Τσίτσας γεννήθηκε το 1905 στο Μοσχάτο Καρδίτσας (το παλαιό Μπλάσδο).
Το έτος 1880 η Θεσσαλία βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία, συνεπώς ο «Δήμος Μουζακίου» με τη μετέπειτα ελληνική διοικητική του μορφή δεν υπήρχε ακόμη. Η περιοχή προσαρτήθηκε επίσημα στο ελληνικό κράτος το 1881.
Ο Δήμος Μουζακίου συστάθηκε αμέσως μετά, το 1883 (ΦΕΚ 126Α - 02/04/1883). Κατά την πρώτη αυτή περίοδο της ίδρυσής του, ο δήμος δεν χωριζόταν σε αυτοτελείς «κοινότητες» (καθώς ο θεσμός των κοινοτήτων θεσπίστηκε αργότερα, το 1912), αλλά αποτελούνταν από οικισμούς και χωριά.
Τοπωνυμικός και Λαογραφικός Πλούτος: Η μελέτη διασώζει πολύτιμα στοιχεία για τις παλαιές ονομασίες των οικισμών (πολλές εκ των οποίων είχαν οθωμανικές ή σλαβικές ρίζες πριν από τις μετέπειτα μετονομασίες), τον πληθυσμό, καθώς και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των Θεσσαλών της υπαίθρου
Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία της αρχικής σύστασης του Δήμου Μουζακίου (και τις μετέπειτα κοινότητες στις οποίες διασπάστηκε το 1912), οι βασικοί οικισμοί που απάρτιζαν τον δήμο κατά τον 19ο αιώνα ήταν οι εξής:
-
Μουζάκι (Έδρα του Δήμου)
-
Μαυρομμάτι
-
Γελάνθη
-
Λαζαρίνα
-
Βούνιστα (σημερινό Πευκόφυτο)
-
Βρόστιανη (σημερινό Ανθοχώρι)
-
Φλωρέσι (σημερινό Ελληνόκαστρο)
-
Κερασέ
-
Ζερέτσι (σημερινή Κρυοπηγή)
-
Νευροβούνιστα
-
Σιάμο (σημερινή Οξυά)
-
Σκλάταινα (σημερινή Δρακότρυπα)
-
Βατσινιά (ή Βατσουνιά)
-
Πορτή
-
Ροπωτό
Πληθυσμού (Απογραφές)
Οι επίσημες καταγραφές της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) δείχνουν τη διακύμανση του πληθυσμού. Το χωριό άγγιξε τη μέγιστη πληθυσμιακή του ακμή στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ξεπερνώντας τους 800 κατοίκους, προτού ξεκινήσει η φθίνουσα πορεία μετά το 1950.
|
Έτος Απογραφής |
Μόνιμος / Πραγματικός Πληθυσμός |
Παρατηρήσεις |
|---|---|---|
|
1889 |
599 |
Πρώτες επίσημες ελληνικές καταγραφές. |
|
1907 |
838 |
Το ιστορικό υψηλό του πληθυσμού του χωριού. |
|
1920 |
781 |
Σταθερά μεγάλος πληθυσμός παρά την πολεμική δεκαετία 1912-1920. |
|
1940 |
797 |
Στα πρόθυρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. |
|
1951 |
623 |
Πρώτη ορατή μείωση λόγω των απωλειών και των καταστροφών της δεκαετίας του '40. |
|
1961 |
551 |
Έναρξη του μεγάλου κύματος εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. |
|
1981 |
377 |
Έντονη γήρανση του πληθυσμού και μετακίνηση στα αστικά κέντρα. |
|
2001 |
391 |
Μικρή σταθεροποίηση (συμπεριλαμβανομένων των εγγεγραμμένων ετεροδημοτών). |
|
2011 |
210 |
Καταγραφή ως μόνιμος πληθυσμός. |
|
2021 |
234 |
Τελευταία επίσημη απογραφή. |
Η Σύγχρονη Εποχή
Σήμερα, η Πορτή διατηρεί τον αυθεντικό της χαρακτήρα, αν και έρχεται αντιμέτωπη με τη δημογραφική συρρίκνωση που πλήττει την ελληνική επαρχία.
-
Δημογραφικά: Ο μόνιμος πληθυσμός είναι πλέον περιορισμένος, κάτω απο τους εκατό κατοίκους και αποτελείται κυρίως από ηλικιωμένους.
-
Ζωντάνια το Καλοκαίρι: Το χωριό «ζωντανεύει» ξανά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες , με τις εκδηλώσεις του Συλλόγου και τις μεγάλες γιορτές, φέρνουν κοντά κατοίκους και επισκέπτες όταν επιστρέφουν οι ετεροδημότες και οι απόγονοι των παλιών οικογενειών.
-
Υποδομές & Τουρισμός: Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες ανάδειξης της φυσικής ομορφιάς της περιοχής (όπως κάστρα, μονοπάτια ,περίπατοι κλπ.), στοχεύοντας σε ήπιες μορφές εναλλακτικού τουρισμού.