Λαογραφία

 

 

 

Αγροτικές εργασίες

 

 Η γεωργία αποτελούσε μέχρι πρόσφατα τον κυριότερο κλάδο της οικονομίας του χωριού μας. Οι βασικές ανάγκες διατροφής που κάλυπταν τα προϊόντα της την ανέδειξαν σε κυρίαρχη απασχόληση όλων των κατοίκων, από τα πολύ παλιά χρόνια.  Προ του 1925 οι συνθήκες δουλειάς που είχαν να αντιμετωπίσουν οι γεωργοί στο χωριό ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικές. Ο ελάχιστος κλήρος γης που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια, τα πρωτόγονα μέσα καλλιέργειας, ο μεγάλος αριθμός ακτημόνων, οι τεράστιες μοναστηριακές εκτάσεις γύρω απ' το χωριό που εκμεταλλεύονταν οι καλόγεροι, οι εκκρεμότητες που προέκυψαν με την αποχώρηση των Τούρκων, συνέθεταν μια εικόνα κάθε άλλο παρά ευχάριστη για την προοπτική ανάπτυξης της περιοχής. Έτσι, όσοι δεν είχαν χωράφια να καλλιεργήσουν ή είχαν αλλά δεν επαρκούσαν για τα προς το ζην, αναγκάζονταν να εργάζονται στα καλογερικά κτήματα ή να πηγαίνουν  σε μεγαλοκτηματίες των χωριών. Όσοι πάλι είχαν λίγα χωράφια, αναγκάζονταν να τα δουλεύουν όλη μέρα, ολόκληρο τον χρόνο, εκχερσώνοντας συγχρόνως, παράνομα ή νόμιμα και προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να αυξήσουν όσο το δυνατόν την καλλιεργήσιμή τους έκταση. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα των αγρών της περιοχής του Αγ Γεωργίου όπου οι πέτρες απ τις εκχερσώσεις σχηματίζουν μικρά βουναλάκια σε πολλά σημεία.

Η απόδοση των χωραφιών, σε σχέση με την κοπιαστική εργασία, ήταν ελάχιστη και οι γεωργοί, που πραγματικά αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης, ήταν αναγκασμένοι, για λίγα σακιά σιτάρι, να υφίστανται τις βασανιστικές συνθήκες εργασίες στα χωράφια για ολόκληρο τον χρόνο.

Εκτός από όλα αυτά τα προβλήματα, οι γεωργοί είχαν να αντιμετωπίσουν και την αντικειμενική αδυναμία να καλλιεργούν τα χωράφια τους κάθε χρόνο, γιατί η συνεχής καλλιέργεια μείωνε την αποδοτικότητά τους. Τα χωράφια οι γεωργοί τα όργωναν συνήθως 3 με 4 φορές. Τα οργώματα αυτά άρχιζαν απ τα μέσα του φθινοπώρου, αλλά τα πιο χρήσιμα, όσο και κοπιαστικά, επειδή η γη ήταν δυσκολοκαλλιέργητη, ήταν αυτά του καλοκαιριού, που τα χώματα λιάζονταν και η απόδοσή τους ήταν μεγαλύτερη.                          

  Με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου άρχιζε ο σπαρμός (σπορά). Πρώτα θα έσπερναν τα κουκιά, τις φακές, το βίκο, το ρόβι', τις βρώμες και τα κριθάρια, τα "βρωμοκρέθαρα" όπως έλεγαν μονολεκτικά τα δύο τελευταία "σπορικά". Τέλη Οκτωβρίου έσπερναν και τα σιτάρια, που προ του 1930 περίπου υπήρχαν σε δύο "τσιασίτια" (ποικιλίες), τα "ντόπια" και τα "βρασταμνά". Μετά την χρονολογία αυτή έκαναν την εμφάνιση τους και άλλα είδη, όπως το λήμνο, το ξυλόκαστρο και το ασπρόσταρο, που συνήθως το έσπερναν στα αμμουδερά χωράφια. Τον σπόρο οι γεωργοί τον ετοίμαζαν από την προηγούμενη χρονιά. Διάλεγαν τα καλύτερα δεμάτια από τη θημωνιά, έσπαναν με τον κόπανο τα στάχυα, καθάριζαν το σιτάρι και το κρατούσαν για τη σπορά του επόμενου χρόνου. Όταν άρχιζε η σπορά, οι γεωργοί συνήθιζαν να βάζουν μέσα στο τσουβάλι που είχαν το σπόρο ένα ρόδι και δεν το έβγαζαν, μέχρι να τελειώσει ο σπαρμός. Εύχονταν μ' αυτό τον τρόπο και τα σπαρτά τους να γίνουν και να μεγαλώσουν, όπως τα σπυριά του ροδιού.

  Ο σπαρμός διαρκούσε μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου. Πρώτα ο γεωργός μετρούσε μια "σποριά" από το χωράφι του - δέκα βήματα σε πλάτος κι αν το χωράφι είχε μεγάλο μήκος το χώριζε σε "στροφάρια" - και στην έκταση αυτή σκορπούσε στο σπόρο που είχε μέσα σε ένα τρίχινο σάκο, τον "σπαρτοντροβά", κρεμασμένο στον ώμο του. Μόλις τελείωνε το ρίξιμο του σπόρου σε κάθε σποριά τον σκέπαζε με τη βοήθεια του ξύλινου αλετριού, για να μην μένει εκτεθειμένος στα έντομα, και μετά έσπερνε, κατά τον ίδιο τρόπο, τη δεύτερη σποριά, την τρίτη κλπ. μέχρι να τελειώσει ολόκληρο το χωράφι.                

Το όργωμα γινόταν τα παλιά χρόνια με το ξύλινο αλέτρι. Είχε μήκος δυόμισι περίπου μέτρα, αρκετά μεγαλύτερο δηλαδή από το σιδεράλετρο, και όλος ο εξοπλισμός του ήταν ξύλινος εκτός από το σιδερένιο γινί. Το κατασκεύαζαν ειδικοί τεχνίτες.

 Συνοπτικά, ένα ξύλινο αλέτρι είχε τα εξής εξαρτήματα, που το καθένα είχε το δικό του ρόλο κατά τη διαδικασία του οργώματος: το πίσω τμήμα του αλετριού το οποίο κρατούσε ο γεωργός, το μέρος του αλετριού πάνω στο οποίο ήταν σφηνωμένο το γινί, με τη βοήθεια μιας ξύλινης σφήνας. Στις δύο πλευρές ήταν στερεωμένα επίσης τα "ξυλάχτια", ο ρόλος των οποίων ήταν να ανοίγουν την αυλακιά. Το "σταβάρ'" ήταν ο άξονας του αλετριού που συνέδεε το αλέτρι με τον ζυγό. Ο ζυγός έμπαινε πάνω στον αυχένα των βοδιών και τον σταθεροποιούσαν με τις σιδερένιες "ζεύλες" και τις "λιμνιστήρες" φτιαγμένες από δέρμα βοδιού.

 Ο γεωργός για να παροτρύνει και να καθοδηγεί τα ζώα, χρησιμοποιούσε τη "φ'κέντρα" -μακρύ ξύλο, στη μια άκρη της οποίας ήταν στερεωμένο ένα καρφί και στην άλλη η "ξιάλ'" για να καθαρίζει το γινί. Το σιδεράλετρο έκανε την εμφάνιση του γύρω στα 1920 και η χρήση του γενικεύτηκε μετά το 1925.

 Μετά τη σπορά οι ηρεμούσαν για λίγο διάστημα  μέχρι να μεγαλώσουν αρκετά τα σπαρτά και να αρχίσουν το βοτάνισμα των χωραφιών τους. Στα σταροχώραφα της περιοχής μας φύτρωναν πολλών ειδών παράσιτα και αμέτρητα άλλα φυτά. Το βοτάνισμα όλων αυτών έπρεπε να γίνεται με μεγάλη προσοχή και ήταν πολύ κοπιαστικό. Διαρκούσε από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τον Απρίλιο και το επαναλάμβαναν συνήθως δύο φορές. Με την εμφάνιση των φυτοφαρμάκων οι γεωργοί μας απαλλάχτηκαν απ' αυτή την κοπιαστική απασχόληση που δεν παρείχε καμία άμεση απόδοση.    

 Η παραγωγή θα ήταν ικανοποιητική αν έβρεχε το Μάρτιο και τον Απρίλιο, η λαϊκή μούσα δε τραγούδησε την ευτυχία των γεωργών με τις βροχές των μηνών αυτών, λέγοντας:

Αν Μάρτης βρέξει δυο νερά

κι ο Απρίλης άλλο ένα,

έρε χαρά στο γεωργό

που 'χει πολλά σπαρμένα.

   Σχετικό με την ανομβρία επίσης ήταν και το παρακλητικό τραγουδάκι "Πιρπιρίτσα" το οποίο έλεγαν συνήθως μικρά γυφτάκια -από την εποχή της τουρκοκρατίας ακόμα έρχονταν γύφτοι και έστηναν τα τσαντίρια τους στις παρυφές του χωριού- και το χόρευαν, αυτοσχεδιάζοντας, με μικρά βηματάκια και πρωτόγονες περιστροφικές κινήσεις, στις αυλές των σπιτιών:

 

Πιρπιρίτσα πιρπατεί

το Θεό παρακαλεί,

για να κάνει μια βροχή

μια βροχή βασιλική,

για να γίνουν τα σταριά

τα σταριά τα κριθαριά,

να γιουμίσουν τ' αμπαριά.

  Οι νοικοκυρές κατάβρεχαν τα παιδιά, θέλοντας να δείξουν μ' αυτόν τον τρόπο την επιθυμία τους για βροχή και στο τέλος τα κερνούσαν, συνήθως σύκα, καρύδια, κλπ.

 Αντίθετα, οι βροχές του Μάη ήταν καταστροφικές. Γι' αυτό οι γεωργοί έλεγαν:

 Στην καταραμένη γη, το Μάη μήνα βρέχει.       

 Από τα τέλη Μαΐου, ξεκινούσε η περίοδος της συγκομιδής. Πρώτα οι γεωργοί θα μάζευαν τα κουκιά, τις φακές και θα έκοβαν το βίκο, τον οποίο άφηναν στο χωράφι μέχρι να ξεραθεί και στη συνέχεια τον δεματοποιούσαν με τη βοήθεια ειδικής κάσας. Κατόπιν θέριζαν, με τη σειρά, τις σικαλιές και τα βρωμοκρέθαρα. Τα σιτάρια τα θέριζαν Ιούνιο με αρχές Ιουλίου. Ο γεωργός, όπως στο σπαρμό χώριζε το χωράφι σε σποριές, κατά τον ίδιο τρόπο στο θέρο το χώριζε σε "όργους", των οποίων το μέγεθος καθοριζόταν από τον νοικοκύρη, ανάλογα με τα χέρια που είχε στη διάθεση του. Αν είχε πολλά ο όργος θα ήταν μεγάλος και αντίθετα.

  Έτσι άρχιζε ο θέρος με το δρεπάνι ένα (σιδερένιο εργαλείο σχήματος μισοφέγγαρου με ξύλινη  λαβή) στο ένα χέρι, με την "παλαμαριά" στο άλλο, για να μαζεύουν μεγαλύτερες χεροβολιές και την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού. Τις χεροβολιές που θέριζαν τις άφηναν κατάχαμα, τις συγκέντρωναν σε "δρομιά" και όταν τελείωνε ο όργος άρχιζε η δεματοποίησή τους. Τα δρομιά τα συγκέντρωναν και έδεναν το δεμάτι με τα "διματ'κά" που τα κατασκεύαζαν προηγουμένως με σικαλιά βρεγμένη και στριμμένη ταυτόχρονα για να έχουν αντοχή και ελαστικότητα. Μετά θέριζαν και τον δεύτερο όργο, τον τρίτο, έδεναν πάλι τα δρομιά σε δεμάτια, μέχρι που τελείωνε ολόκληρο το χωράφι.

  Όταν οι γεωργοί θέριζαν όλα τα χωράφια τους και έφταναν στο τελευταίο άφηναν, σύμφωνα με το έθιμο, λίγα στάχυα αθέριστα για να "ρίξουν το δράκο" όπως έλεγαν. Σύμφωνα μ' αυτό το έθιμο οι θεριστές έκοβαν και τα τελευταία αυτά στάχυα και τα πετούσαν μαζί με το δρεπάνι τους προς τα πίσω. Κι αν το δρεπάνι έπεφτε "βολικά", είχε δηλαδή φορά προς τα δεξιά, χαίρονταν και έλεγαν πως την επόμενη χρονιά θα ήταν γεροί για να ξαναθερίσουν. Κι αν έπεφτε ανάποδα ή κάρφωνε στη γη, έλεγαν πως τάχα κάτι θα πάθαιναν και τον επόμενο χρόνο δεν θα ήταν σε θέση να θερίσουν. Οι γεωργοί όμως που δεν πίστευαν σε τέτοιου είδους προλήψεις ή αντιμετώπιζαν αισιόδοξα την ένδειξη αυτή του "δράκου" έλεγαν αστειευόμενοι πως θα καζαντούσαν και του χρόνου δεν θα είχαν την ανάγκη για να θερίσουν. Ήθελαν μ' αυτόν τον τρόπο να ξορκίσουν το κακό που κατά βάθος, λίγο-πολύ, όλοι πίστευαν.

 Όταν τελείωνε ο θερισμός, οι νοικοκυρές στο σπίτι συνήθως ετοίμαζαν ένα γλύκισμα, που το έτρωγαν και έδιναν ευχές για τον επόμενο χρόνο.

Τα δεμάτια οι γεωργοί τα φόρτωναν ανά έξι συνήθως σε κάθε ζώο και τα μετέφεραν στο αλώνι τους, όπου τα συγκέντρωναν σε μεγάλες θημωνιές. Μόλις συγκέντρωναν τα δεμάτια όλων των χωραφιών, σύμφωνα με ένα παλιό έθιμο, κατασκεύαζαν έναν σταυρό από στάχυα και τον τοποθετούσαν στην κορυφή της θημωνιάς, για να τους έχει τάχα ο Θεός γερούς και του χρόνου και να τους δώσει τέτοια ή και ακόμα μεγαλύτερη θημωνιά.     

     Μετά άρχιζε η πολύπλοκη όσο και κοπιαστική διαδικασία του αλωνίσματος. Το αλώνι ήταν κυκλικό και λίγα εκατοστά πιο χαμηλά από το έδαφος. Είχε και μια μικρή κλίση. Στο κέντρο του αλωνιού ήταν μπηγμένος ένας πάσσαλος. Όλο το δάπεδό του ήταν στρωμένο μ' ένα ειδικό χώμα, που είχε καλά στρωθεί με τσιμέντο, πράγμα που διευκόλυνε τη συγκομιδή του καρπού. Μερικά αλώνια ήταν λιθόστρωτα. Πρώτα καθάριζαν το αλώνι από τα χόρτα, το σκούπιζαν και στη συνέχεια "κατάστρωναν" το αλώνι, τοποθετούσαν δηλαδή τα δεμάτια το ένα δίπλα στο άλλο σ΄ όλη την έκταση του αλωνιού. Σ' ένα κανονικό αλώνι 300 περίπου τετραγωνικών, θα κατάστρωναν περίπου διακόσια δεμάτια. Στη συνέχεια έκοβαν με το δρεπάνι τα δεματικά, ανακάτωναν τα στάχυα με τα δικράνια  που τις έφτιαχναν από χοντρό ξύλο σκαμνιάς, συνήθως με δυο δόκανα (διχάλες), και οδηγούσαν μέσα στο αλώνι τα βόδια ή τα άλογα με την "αδοκάνη". Στην κάτω πλευρά της αδοκάνης υπήρχαν σφηνωμένες πολλές μικρές πέτρες, "αδοκανόπετρες" όπως τις έλεγαν, που προεξείχαν λίγο ώστε περνώντας πάνω από τα στάχυα να τα τεμαχίζουν και να διαχωρίζεται το σιτάρι από το περίβλημά του.

   Στην αρχή αλώνιζαν τις βρώμες και τα κριθάρια, συνήθως χωριστά ή και μαζί εάν ήταν λίγα. Τα βρωμοκρέθαρα τα προόριζαν για τροφή των ζώων κατά την περίοδο του χειμώνα. Στη συνέχεια αλώνιζαν τα σιτάρια. Τα ζώα (ένα άλογο ή ένα βόδι δεμένο σε ένα στύλο) σέρνοντας την αδοκάνη γυρνούσαν κυκλικά σε όλη την έκταση του αλωνιού για πολλές ώρες και τα στάχυα άρχιζαν σιγά-σιγά να τεμαχίζονται. Συγχρόνως μερικοί "γύριζαν το αλώνι" με τις δοκράνες (ένα ξύλο με  δόντια σιδερένια), ώστε ν' αλωνίζονται όλα τα στάχυα, διαδικασία που επαναλάμβαναν πολλές φορές. Στη συνέχεια "γύριζαν το αλώνι" με τα "καρπουλόια" και στο τέλος με τα "ξυλόφκιαρα", όταν πλέον τα στάχυα είχαν τεμαχιστεί εντελώς.

     Μετά και τα τελευταία γυρίσματα, όταν το σιτάρι είχε πλέον διαχωριστεί από το άχυρο, οδηγούσαν τα ζώα με την αδοκάνη έξω από το αλώνι και τα ξέζευαν. Στη συνέχεια το μείγμα του άχυρου και του σιταριού που ήταν απλωμένο σ' όλο το χώρο του αλωνιού το συγκέντρωναν με τους "σύρτες" στην αρχή, με τις "παπαδιές" στη συνέχεια και με τις φουρκαλιές στο τέλος και δημιουργούσαν έναν επιμήκη σωρό, το "λαμνί". Οι σύρτες ήταν ξύλινοι με μεγάλο άνοιγμα, η χρήση τους απαιτούσε μεγάλη δύναμη και γι' αυτό συνήθως τους χειρίζονταν τα πιο δυνατά παλικάρια.          

     Πάνω στο λαμνί ανέβαιναν οι νοικοκυραίοι και με τα καρπουλόια άρχιζαν το λίχνισμα. Το σιτάρι έπεφτε πλέον βαρύ πάνω στο χώμα, ενώ ο αέρας απομάκρυνε το άχυρο. Γι' αυτόν τον λόγο οι νοικοκυραίοι έφτιαχναν τα αλώνια τους σε ανοιχτά μέρη που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες. Δίπλα στο σωρό -"ραφίδ'" όπως τον έλεγαν- βρισκόταν μια γυναίκα καθ' όλη τη διάρκεια του λιχνίσματος, που καθάριζε το σιτάρι απ' οτιδήποτε άλλο έπεφτε. Όταν τελείωνε το λίχνισμα μετέφεραν το σιτάρι με τον "κούτλο" στο "δρυμώνι". Αυτό ήταν ένα μεγάλο κόσκινο φτιαγμένο με δέρμα τα παλιά χρόνια και σιδερένιο αργότερα. Το "δρυμώνισμα" ήταν απλό όσο και κοπιαστικό. Τη μια πλευρά του δρυμωνιού τη στήριζαν στο καρπολόι και την άλλη την κρατούσε ένας ή δύο από τους συμμετέχοντες. Έτσι κοσκίνιζαν όλο το αλώνι, κουβαλώντας με τον κούτλο το σιτάρι και δρυμωνιάζοντας με το δρυμώνι που ήταν και το τελευταίο στάδιο του αλωνισμού. Το σιτάρι στη συνέχεια το έβαζαν σε τρίχινα τσουβάλια των 50 οκάδων -πέντε κούτλους χωρούσε το καθένα- το φόρτωναν στα ζώα και το μετέφεραν στα δωμάτια-αποθήκες των σπιτιών τους. Το άχυρο που έμενε στα αλώνια, το αποθήκευαν στους αχυρώνες (ειδικό αποθηκευτικό χώρο) που υπήρχαν απαραίτητα δίπλα σε κάθε αλώνι ή στο σπίτι τους. Ρίχνονταν στον αχυρώνα από την αχερότρυπα, που βρισκόταν επάνω στο δώμα. Η διαδικασία του αλωνισμού διαρκούσε κατά μέσον όρο δύο μέρες.

      Μετά το αλώνισμα οι νοικοκυραίοι πήγαιναν ένα φορτίο σιτάρι σε κάποιον από τους πολλούς ανεμόμυλους που λειτουργούσαν κατά καιρούς στα χωριά και έπαιρναν το ανάλογο αλεύρι. Οι μύλοι αυτοί σταμάτησαν τη λειτουργία τους με την εμφάνιση των αλευρομηχανών, γύρω στα 1930, που δούλευαν με πετρέλαιο. Με το αλεύρι της πρώτης παραγωγής οι νοικοκυρές ζύμωναν και φούρνιζαν το ψωμί στον φούρνο της γειτονιάς. Τι γινόταν όμως όταν η σοδιά δεν έφτανε για το ψωμί ολόκληρου του χρόνου; Αυτό δεν είναι θεωρητικός υπολογισμός αλλά μια πραγματικότητα που είχαν να αντιμετωπίσουν πολλές φορές αρκετές οικογένειες. Ήταν συνηθισμένο το φαινόμενο, την εποχή πριν από τον θέρο να έχει τελειώσει το σιτάρι της προηγούμενης σοδειάς και τότε οι νοικοκυραίοι, οι πιο αμελείς συνήθως, αντιμετώπιζαν το πρόβλημα αυτό της έλλειψης σιταριού με έναν τρόπο που σατιρίστηκε δεόντως από τους ανθρώπους της εποχής. Συγκεκριμένα σε τέτοιες περιπτώσεις οι γεωργοί πήγαιναν κρυφά στα χωράφια τους κι έκοβαν στάχυα, χλωρά σχεδόν. Τα στάχυα αυτά τα άφηναν για λίγες μέρες στον ήλιο να ξεραθούν και μετά τα έσπαναν με τον κόπανο πάνω σε "σαΐσματα" ή κουρελούδες. Το σιτάρι που μάζευαν το άλεθαν και με το αλεύρι έφτιαχναν λίγο ψωμί που μ' αυτό πόρευαν μέχρι να βγάλουν την καινούρια παραγωγή. Το γεγονός αυτό, όταν γινόταν γνωστό, σατιριζόταν με πολλούς τρόπους την εποχή εκείνη. Το ερχόμενο φθινόπωρο με τον σπαρμό της άλλης μπάντας άρχιζε ο ίδιος μεγάλος κύκλος, κουραστικός μα και ενδιαφέρων, της καλλιέργειας και παραγωγής του σιταριού.

    Σήμερα δεν υπάρχουν πια αλώνια. Ούτε βόδια και ζευγολάτες. Οι βολόσυροι έχουν σαπίσει πεταμένοι σε ταράτσες και αποθήκες. Τα σιδερένια λούρα, οι ζυγοί, οι ζεύλες, οι μουστούχες και τα πανωζεύλια έχουν χαθεί. Οι σύγχρονες θεριζοαλωνιστικές μηχανές μετατρέπουν σε λίγη ώρα τον αθέριστο σιταγρό σε στάρι και πακεταρισμένα σε μπάλες άχυρα.

 

 

                                                                      _____________________________________________________________________________________________              
 

Η οικιακή οικονομία τα παλιά χρόνια

 

Τα παλιά χρόνια, ήταν συνεχής και αδιάκοπη η προσπάθεια της κάθε αγροτικής οικογένειας να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα είδη διατροφής, για να

μπορέσει να θρέψει την πολυάριθμη φαμίλια της.

   Για την εξασφάλιση αυτών των αγαθών, των τόσο απαραίτητων για τη συντήρησή τους, λειτουργούσε ένα ολοκληρωμένο σύστημα παραγωγής τους από την ίδια οικογένεια. Τα προσφερόμενα προϊόντα προς αγορά, από τα παντοπωλεία, ήταν απρόσιτα. Αυτά τα παντοπωλεία ήταν κάτι σαν τα σημερινά super-market, γιατί πούλαγαν όλα τα είδη της εποχής. Εκτός από τα τρόφιμα είχαν λιπάσματα, θειάφι, είδη κιγκαλερίας, βαφές, πρόκες… μέχρι και ασπιρίνες.

Όμως ο πολύς κόσμος δεν είχε χρήματα για να τα αγοράσει. Ειδικά οι φτωχοί αγρότες έπιαναν χρήματα στα χέρια τους μόνο το καλοκαίρι που πούλαγαν τα προϊόντα τους. Είναι γνωστό ότι αρκετά παλιά, το εμπόριο γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων. Αργότερα μπήκε το βερεσέ (αγορά με πίστωση). Οι πιο τακτικοί πελάτες των καταστημάτων αυτών ήταν τα πιτσιρίκια, αν και δεν έκαναν μεγάλους λογαριασμούς, που αγόραζαν συνήθως καραμέλες, στραγάλια και κανένα ξερολούκουμο. Το βασικό είδος διατροφής ήταν βέβαια και τότε το ψωμί και μετά το λάδι. Όμως ο μεγάλος αγώνας ήταν για το ψωμί της χρονιάς. Προσπάθεια του κάθε αγρότη ήταν να αυξήσει την παραγωγή του σιταριού και του κριθαριού, για να χορτάσει η οικογένειά του ψωμί. Βέβαια το αποτέλεσμα δεν ήταν πάντα θετικό. Τότε αναγκάζονταν να αγοράσουν στάρι ή έτοιμο αλεύρι. 

                Ο πλάστης, το πλαστήρι, η πινακωτή (σανίδια χοντρά από κορμούς πεύκων με κοιλώματα ανάλογα το μήκος), η μεγάλη πήλινη ή ξύλινη λεκάνη ήταν τα χρειαζούμενα νοικοκυράς, η οποία ζύμωνε το ψωμί της οικογένειας για ολόκληρη εβδομάδα. Από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας έπιανε το προζύμι. Ένα κομμάτι ζυμάρι που είχε φυλαγμένο στην παγωνιέρα από το ψωμί της προηγούμενης εβδομάδας, το δούλευε με νερό και αλεύρι, έτσι που να γίνει πηκτός χυλός και τον άφηνε κουκουλωμένο με μάλλινη κουβέρτα όλη τη νύχτα. Μ' αυτή τη μαγιά, πολύ πρωί την άλλη μέρα ζύμωνε το ψωμί, το κουκούλωνε και πάλι με την κουβέρτα και το άφηνε να ανεβεί. Ύστερα κράταγε πάλι ένα κομμάτι ζυμάρι (προζύμι), για να κάνει το ψωμί της επόμενης εβδομάδας. Με το υπόλοιπο έπλαθε 4-5 μεγάλα καρβέλια (όσα και οι θέσεις της πινακωτής), που ήταν στρωμένη με βαμβακερές πετσέτες καλά αλευρωμένες. Δίπλωνε τις πετσέτες πάνω από τα ψωμιά και σκέπαζε την πινακωτή με την κουβέρτα, για να μην κρυώσει η ζύμη και για να φουσκώσει γρήγορα. Όταν φούσκωνε το ψωμί, έβαζε την πινακωτή στον ώμο και το πήγαινε στο φούρνο. 

                Στην είσοδο της αυλής του κάθε σπιτιού δέσποζε η παρουσία του φούρνου. Σπίτι χωρίς φούρνο δεν υπήρχε κι αυτό γιατί ψωμί έτοιμο δεν πουλιόταν τότε. Αν κάποια οικογένεια τύχαινε να μην έχει, τότε ζύμωνε λίγα ψωμιά και τα φούρνιζε στη γειτόνισσα. Αρτοποιός της οικογένειας ήταν η ίδια η μάνα. Οι νοικοκυρές συνήθως χρησιμοποιούσαν μεγάλη σκάφη,  γιατί ζύμωναν πολλά καρβέλια (7-10, από 3 οκάδες και πάνω το καθένα). Μ' αυτά θα πέρναγαν πολλές μέρες, γιατί το ζύμωμα και το άναμμα του φούρνου ήταν μια πολύ κουραστική δουλειά. Μόλις τελείωνε το ζύμωμα, έπλαθε τα ψωμιά, τα έβαζε πάνω σε τάβλες ή στις πινακωτές και τα σκέπαζε για να «γίνουν» με τη ζεστασιά, οπότε και θα ήταν έτοιμα για το φούρνισμα.                                      

                Μετά άναβε το φούρνο. Έριχνε στη συνέχεια κλαριά για να κάψει καλά, οπότε και θα ήταν έτοιμος για το ψήσιμο. Τα κλαριά τα έσπρωχνε με το φουρνόξυλο και τα άπλωνε σε όλα τα μέρη του φούρνου για να είναι ομοιόμορφο το κάψιμο. Όταν ο φούρνος ήταν έτοιμος, τότε τραβούσε προς τα έξω πάλι με το φουρνόξυλο όλα τα κάρβουνα και τα μάζευε προς το εξωτερικό της πόρτας του φούρνου. Μετά με την πανιάρα (ένα κοντάρι, πάνω στο οποίο είχε δεμένο ένα βρεγμένο χοντρό πανί) σκούπιζε καλά το δάπεδο του φούρνου, για να είναι καθαρό. Τότε ερχόταν η σειρά του μεγάλου ξύλινου φτυαριού. Έβαζε πάνω στο φτυάρι το κάθε καρβέλι, το χάραζε μ' ένα μαχαίρι και το φούρνιζε. Τελευταία έβαζε την προπύρα την οποία άφηνε έξω-έξω, κοντά στην πόρτα του φούρνου. Η προπύρα ήταν ακριβώς ίδια με τη σημερινή λαγάνα που τρώμε κάθε Καθαρή Δευτέρα. Ετοιμαζόταν πολύ πιο γρήγορα απ' τα άλλα ψωμιά και τρωγόταν ζεστή. Στα παιδιά άρεσε πολύ με τουλουμοτύρι, σαν πρωινό φαγητό.  Εκεί άναβε το φούρνο με ξύλα και όταν ο φούρνός πύρωνε, έβαζε με ένα ξύλινο φτυάρι τα ψωμιά.

  Το λάδι δεν δημιουργούσε το ίδιο άγχος, και τούτο γιατί εκείνοι που δεν κάλυπταν τις ανάγκες της χρονιάς είχανε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν την έλλειψη αυτή. Μέλη της οικογένειας πήγαιναν και μάζευαν ελιές των μεγαλοπαραγωγών και αμείβονταν σε είδος και μ' αυτό τον τρόπο κάλυπταν τις ανάγκες τους. Όταν λοιπόν εξασφαλιζόταν το ψωμί και το λάδι της χρονιάς, τότε ο επικεφαλής της οικογένειας έπαιρνε βαθιά ανάσα.

Για όλα τα άλλα λειτουργούσε ο προαιώνιος θεσμός της οικιακής οικονομίας, δηλ. η οικογενειακή παραγωγή. Δεν αφήνανε καμία ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα μέσα διατροφής. Σπέρνανε φακές, ρεβίθια, φασόλια και φυτεύανε πατάτες, ντομάτες και μποστάνια. Τις μέρες της μουστιάς, οι νοικοκυρές βράζανε μούστο και τον κάνανε πετιμέζι. Το βάζανε σε σταμνιά - μικρά κιούπια - και το φυλάγανε για το χειμώνα. Αποτελούσε μια εξαιρετική τροφή για μικρούς και μεγάλους. Αντικαθιστούσε τη ζάχαρη, που ήταν ακριβή για τη φτωχολογιά. Μ' αυτό γλύκαιναν, το τσάι του βουνού, το χαμομήλι και τη φασκομηλιά που έπιναν. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν και πολλές σταφίδες και τις αποθήκευαν για το χειμώνα. Όσο αφορά τις ντομάτες, όταν είχαν σχετικά μεγάλη παραγωγή, τις λιώνανε μέσα στα σκαφίδια, τις αλατίζανε, τις σουρώνανε, για να μείνει μονάχα ο χυμός και μετά μέσα στον τέντζερη τις βράζανε ώσπου να πήξουν κι έτσι κάνανε τον ντοματοπελτέ. Μετά τον βάζανε σ' ένα κιούπι, ρίχνανε από πάνω λάδι, για να μην έρχεται σε επαφή με τον ατμοσφαιρικό αέρα και μουχλιάσει κι έτσι είχανε ντομάτα να περάσουνε όλο το χειμώνα. Με το γάλα της γίδας κάνανε μπόλικο γλυκοτραχανά. Κόβανε το στάρι στο χερόμυλο με  τις δύο μεγάλες κυλινδρικές πέτρες, το κάνανε πλιγούρι και μετά το βράζανε μέσα στο γάλα. Ήτανε κι ο τραχανάς μια από τις περιζήτητες χειμωνιάτικες τροφές.  

Το βαγένι με το κρασί, ήταν απαραίτητο σε κάθε σπίτι. Επίσης σε πρώτη θέση και τα λάχανα, που τα έλεγαν σε κάποιες περιοχές και μάπες. Όσο αφορά τα ζώα τους, οι τσοπάνηδες των ορεινών χωριών το χειμώνα, εάν είχαν μεγάλο αριθμό από γιδοπρόβατα, για να τα προφυλάξουν από τη παγωνιά, τα φέρνανε να ξεχειμάσουν κατά τον κάμπο και εκεί τα σκάριζαν (= έβγαζαν) για να βοσκήσουν. Σ' αυτούς τους τσοπάνηδες, παραχωρούσαν τα χωράφια τους με το χορτάρι οι ντόπιοι, και σε αντάλλαγμα έπαιρναν τουλουμοτύρι έτοιμο μέσα στ' ασκιά και μαλλιά προβατίσια ή γίδινα, που αποτελούσαν βέβαια την πρώτη ύλη για τον αργαλειό της κάθε νοικοκυράς.

 

      ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Ο αργαλειός

 

Το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά ήτανε ο αργαλειός. Έχοντας αργαλειό στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωμάτιο, κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψή της ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοστρωμνής.

Το στήσιμο του αργαλειού δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Ήθελε σταθερότητα και ζύγισμα, για να μη μετατοπίζεται με τα τραντάγματα από τις κινήσεις που έκανε η νοικοκυρά. Στα περισσότερα σπίτια του χωριού o αργαλειός ήταν μόνιμα στημένος, κάτω από χαγιάτια (μπαλκόνια), στο κατώι δίπλα πάντα από παράθυρο και προσωρινά πολλές φορές στην άκρη του δωματίου στο σπίτι Ο αργαλειός  φτιαχνόταν από τέσσερα ισομεγέθη γερά και βαριά όρθια ξύλα δέντρου, που συνδέονταν και με άλλα ξύλα, με ειδικούς αρμούς και είχε τα έξης εξαρτήματα:

 Ας ξεκινήσουμε από το βασικό αντί, που είχε το νήμα. Αυτό τοποθετείται απέναντι από την υφάντρα. Το νήμα αυτό χωρισμένο από τον γκάρδιο (σιδερένια βέργα), σχηματίζει 2 επιφάνειες, οι οποίες πέρναγαν μέσα από τα μιτάρια και τα χτένια και κατέληγαν στο αντί, που ήταν μπροστά στην υφάντρα και λεγόταν σχιστάνι. Τούτο το έλεγαν έτσι, γιατί φέρει σχίσιμο στη μέση ώστε να περνάει το ύφασμα.

  Τα μιτάρια ήταν δικτυωτά πλέγματα νημάτων, σε σχήμα 8. Ήταν στερεωμένα τα νήματα σε δυο λεπτές σανίδες, που είχαν σταθερή θέση. Λέγονται μιτάρια, γιατί το νήμα λέγεται και μίτος (βλ. Μίτος της Αριάδνης, Θησέας, Λαβύρινθος - από τη μυθολογία). 

 Από εκεί οι κλωστές πήγαιναν στα καρούλια ή καρέλια, στην οροφή του αργαλειού. Αυτά κρέμονταν κι είχαν την ικανότητα με τις πατήθρες ή ποδαρίτσες, που κρέμονται απ' αυτά, να μετακινούνται οι κύκλοι του 8, πότε πάνω και πότε κάτω. Οι πατήθρες πατιόνται όταν ήθελε η υφάντρα να μετακινήσει τις δυο επιφάνειες των νημάτων. Στη συνέχεια οι κλωστές περνάνε μάσα από τα χτένια. Και αυτά ήταν φτιαγμένα από μικρά τεμάχια καλαμιού ή σύρματος, που ήταν στερεωμένα σε 2 παράλληλα τεμάχια σανιδιών. Το άνοιγμα που αφήνουν τα καλαμάκια χαρακτήριζε τα χτένια σε: 1) Δασόχτενα (δασιά υφάσματα - πουκάμισα και σκουτιά), 2) Ρασόχτενα (για τα ράσα των παπάδων) και 3) Πανόχτενα (για λιόπανα, αντρομίδες, βελέντζες, κιλίμια, κάπες, σαγίσματα) και λοιπά. Το χτένι μπαίνει σε μια θήκη, που το στερέωνε κι έτσι η υφάντρα το κτύπαγε με όση δύναμη χρειαζόταν για να σφίξει το νήμα. Η θήκη αυτή κρέμεται από την οροφή του αργαλειού. 

Ανάμεσα λοιπόν στις 2 επιφάνειες των τεντωμένων νημάτων, που ανεβοκατεβαίνουν, χορεύει η σαΐτα, που είναι μακρόστενο ρομβοειδές εργαλείο, με κοιλιά στη μέση, για να μπαίνουν τα μασούρια και τα κουλούκια. Τα μασούρια και τα κουλούκια ήταν μικρά σωληνάκια, που πάνω τους τυλιγόταν το υφάδι. Φτάσαμε έτσι κοντά στα χέρια της υφάντρας. Μπροστά της έχει στερεωμένο το σχιστάνι. Με σφήνες το περιστρέφει κάθε τόσο και λιγάκι, για να χοντρύνει το βιλάρι.

 Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνταν 3 είδη αργαλειού: ο πλαγιαστός, ο όρθιος και του λάκκου. Ο πλαγιαστός ήταν ο πιο συνηθισμένος. Φτιαγμένος από 4 ξύλα που συνδέονταν χαμηλά με 4 χοντρά σανίδια και με άλλα 4 στην κορυφή τους. 

 Οι γυναίκες έφτιαχναν μ' αυτόν φουστάνια, μεσοφόρια, ποδιές, φανέλες, γιορντάνια και μπούστα, για τον εαυτό τους. Για τους άνδρες έφτιαχναν παντελόνια, πουκάμισα, βράκες, φανέλες, κάπες και καπότες με τις κουκούλες.

 Ο άλλος, εξίσου σημαντικός, τομέας προσφοράς του αργαλειού ήταν τα κλινοσκεπάσματα της οικογένειας. Πολύχρωμες μπατανίες, χράμια, βελέντζες, σαλίσματα, κιλίμια, κουρελούδες, και τσαντίλες. Απ' αυτά τα είδη, οι βελέντζες και τα σαλίσματα είχανε και μια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή (σ' αυτή έστριβε το νερό ο μυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσμα). Τα βάζανε σε μια μεγάλη φυσική (συνήθως) γούρνα κι έπεφτε από ψηλά τρεχούμενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για μια βδομάδα περίπου. Είχε σαν αποτέλεσμα, με το συνεχές κτύπημα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι γίνονταν πιο απαλά στη χρήση τους.

  Κύριες πρώτες ύλες το μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι. Προϊόντα που τα έβρισκαν σχετικά εύκολα, κι αυτό βέβαια γιατί ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί.

 Για να φτάσουν αυτά τα υλικά στον αργαλειό, έπρεπε να προηγηθεί μια μακριά διαδικασία.  ΤΟ ΜΑΛΛΙ: Ήταν και είναι η σπουδαιότερη πρώτη ύλη. Μ' αυτό ύφαιναν σε όλη την Ελλάδα κιλίμια για το πάτωμα, μπατανίες, χράμια, τορβάδες-σάκους δηλ. για τη μεταφορά τροφίμων ή εργαλείων-κάπες και σκουτιά (μάλλινα κατώτερης ποιότητας). Τα πρόβατα κουρεύονται την άνοιξη. Το μαλλί ζεματίζεται, μετά πλένεται στη βρύση ή στον ποταμό, το στέγνωναν και το λανάριζαν (= έξαιναν).

 Ύστερα γινόταν η διαλογή. Το πιο καλό βγαίνει από τη ράχη του ζώου. (Οι Σαρακατσαναίοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν μέχρι και σαράντα λογιών μαλλί). Το μακρύ το έγνεθαν στη ρόκα, το κοντό στην τσικρίκα (είδος διπλής ρόκας). Ορισμένα είδη (ταγάρια, σακιά ελαιοτριβείου, διάδρομοι) γίνονται από τραγόμαλλο κι έχουν πιο τραχιά υφή. Το γνέμα τυλιγόταν στο αδράχτι, για να καταλήξει τελικά στα σαΐτα του αργαλειού. Ήταν το υφάδι, ενώ το στημόνι (=πολύ γερή κλωστή, που δεν κοβόταν κατά την ύφανση) ήταν το μοναδικό είδος που χρειαζόταν να αγοράσουν οι νοικοκυρές για να υφάνουν.

   ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ: Εμφανίζεται στην Ελλάδα τον 2ο αι. Τα 18ο αι. αποτελεί, με τη μορφή νήματος, σπουδαίο εξαγωγικό προϊόν. Τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη, ο Τίρναβος, οι Σέρρες και η Αγιά ευημερούσαν χάρη σ' αυτό. Αφού το ξεκουκίσουν, το κόβουν με το δοξάρι (=εργαλείο σε σχήμα τόξου, με το οποίο ξαίνουν το βαμβάκι και το μαλλί) κι ύστερα το κλώθουν με τη ρόκα και το αδράχτι.                               

ΤΟ ΛΙΝΑΡΙ: Η συγκομιδή του γινόταν από γυναίκες, με επικεφαλής τη δραγομάνα. Το θέριζαν, όπως το σιτάρι, το έκαναν δεμάτια κι άφηναν το κάθε δεμάτι μέρες μέσα στο νερό για να μαλακώσει πολύ και μετά το πέρναγαν από το μαγκάνι, για να φύγει η εξωτερική φλούδα, να γίνει δηλαδή τέλεια αποφλοίωση. Θέλει υπομονετικό κοπάνισμα, βρόχιασμα (=να φύγουν οι κόμποι), βούρτσισμα, ώσπου να μείνει το καθαρό λινάρι, το σκουλί, που το γνέθουν για να φτιάξουν το ράμμα, δηλ. το λεπτότατο νήμα που περνά από το βελόνι. Η επεξεργασία του είναι πολύπλοκη.

 Από το χοντρό λινάρι φτιάχνουν σακιά, ντορβάδες, τσαντίλες και καραβόπανα. Από το λεπτό, εσώρουχα και πουκάμισα.

 ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ: Έρχεται στην Ελλάδα την εποχή του Ιουστινιανού. Ήταν το σπουδαιότερο προϊόν της περιοχής του Αξιού, της Χαλκιδικής, του Πηλίου του θεσσαλικού κάμπου και της Πελοποννήσου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα μετάξι είναι «ωμό», δηλ. δε χρειάζεται γνέσιμο.

Χρειάζονταν όμως και βαφικές ύλες για να δώσουν χρώμα στις πρώτες ύλες. Ως τα τέλη του 19ου αι., μοναδική ύλη βαφής ήταν τα φυτικά χρώματα, που έμεναν αναλλοίωτα στο ηλιακό φως και στο πλύσιμο και έδιναν λαμπερούς χρωματισμούς. Από το ριζάρι (=φυτό) έβγαζαν οι Αμπελακιώτες το ονομαστό κόκκινο χρώμα. Οι φλούδες των φρέσκων καρυδιών δίνουν το μαύρο, το λουλάκι το γαλάζιο και τα φύλλα της άσπρης μουριάς, σε συνδυασμό με λίγα φύλλα μηλιάς, το κίτρινο καναρινί.

Το νήμα πλέον είναι έτοιμο να μπει στον αργαλειό να αρχίσει η ύφανση. Ο  αργαλειός κυριάρχησε στο ελληνικό νοικοκυριό πάνω από 3 χιλιετίες.

 

 
 

                -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Η Κτηνοτροφία

 

  Την κτηνοτροφία εξ αρχής πρέπει να τη διακρίνουμε στην καθαρά επαγγελματική και στην οικιακή. Με την οικιακή κτηνοτροφία ασχολούνταν όλες σχεδόν οι οικογένειες του χωριού μας μέχρι το 1970 περίπου.  Σ' όλα τα σπίτια υπήρχαν τα ζώα-εργάτες για τις καλλιέργειες και τις μεταφορές, και αυτά που κάλυπταν τις βασικές ανάγκες διατροφής. Στις μέρες μας σπάνια θα συναντήσει κανείς οικογένειες με τα γνώριμα στα παλιά χρόνια κατοικίδια.   Ο απασχολούμενος συστηματικά με τη βοσκή προβάτων και γιδιών λεγότανε τσοπάνης. Η βόσκηση γινότανε όλο το χρόνο. Από νωρίς το πρωίέχρι το σούρουπο. Ο τσοπάνης τις νύχτες έμενε συνήθως στο σπίτι του. Τα πρόβατα ή τα γίδια τα 'κλεινε στο "μαντρί". Το μαντρί ήτανε μάντρα σκεπασμένη ή σπηλιάκι με τοίχο στη μπροστινή μεριά.

Τα περισσότερα κοπάδια είχανε σκυλί. Πολλές φορές το καλοκαίρι ο ίδιος ο τσοπάνης φύλαγε τα πρόβατα ή τα γίδια τις νύχτες για να μην τα φάνε οι λύκοι, ή άλλα αγρίμια. Τον χειμώνα τα πήγαινε σε καλές βοσκές. Τις πολύ κρύες ημέρες τα κράταγε στο μαντρί  και τα τάιζε με χορτάρι, τριφύλλι κλαρί ή βίκο.Όλοι  οι κτηνοτρόφοι είχαν τα μαντριά τους. Τα κατασκεύαζαν με ξύλα μόνο και κλαδιά ή τσίγκο , κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται αδιαπέραστα από τη βροχή και τον αέρα.  Χωρίς να είναι δυνατό να υπολογίσουμε τον ακριβή αριθμό των γιδοπροβάτων, μπορούμε να πούμε ωστόσο ότι, αν και οι κτηνοτροφικές οικογένειες ήταν σχετικά λίγες, ο αριθμός των γιδοπροβάτων τους υπήρξε κατά καιρούς τεράστιος.  Τα μεγάλα όμως κοπάδια απαιτούσαν εξαντλητική δουλειά νύχτα-μέρα και συνεχείς μετακινήσεις. Γι' αυτό οι κτηνοτρόφοι εποχιακά απασχολούσαν "στιχτάδες", που ήταν απαραίτητοι κυρίως για τις καλοκαιρινές μετακινήσεις των κοπαδιών, για το άρμεγμα και για τις γέννες. Χαρακτηριστικά, το άρμεγμα, που άρχιζε την Άνοιξη (ίσως και από τον Φλεβάρη) όταν πουλάγανε τα αρνιά και περίσσευε το γάλα, ξεκινούσε με τη δύση του ήλιου, τελείωνε τα μεσάνυχτα και το πρωί πάλι άρχιζε από τα βαθιά χαράματα. 

    Το γάλα το άρμεγαν μέσα σε ξύλινα ή τσίγκινα καρδάρια  και το συγκέντρωναν σε καζάνια των εκατό οκάδων ή και μεγαλύτερα. Η μαγιά όταν έπαιρνε κόκκινο χρώμα ήταν έτοιμη για χρήση. Για να τυροκομήσουνε βράζανε το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε ρίχνανε την πυτιά που έπαιρναν από το στομάχι των μικρών κατσικιών, την οποία αλάτιζαν και την έβαζαν στον ήλιο για να βράσει. Το σκεπάζανε αρκετή ώρα στο καζάνι για να πήξει. Μετά το βάζανε σε τρυπητά πανιά (τσαντίλες) για να στραγγίξει. Με διαφορετική κατεργασία βγάζανε τη μυζήθρα, το βούτυρο, το ξινόγαλο κ.λ.π. Το έτοιμο τυρί το βάνανε σε ασκιά με άλμη (αλατόνερο) για αυτό λεγότανε τουλουμοτύρι και τουλουμίσιο από το "τουλούμι" που σημαίνει ασκί. Το φυλάγανε όμως και σε πιθάρια, λαγήνες και τενεκέδες, πάλι βουτηγμένο σε αλατόνερο.

    Το τυρί και το μαλλί οι κτηνοτρόφοι το αντιπραγματεύονταν στο χωριό με γεωργικά συνήθως προϊόντα, κυρίως σιτάρι, λάδι, μέλι, κρασί γιατί οι ίδιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με καμιά άλλη δουλειά. Με το μαλλί των προβάτων οι νοικοκυρές γέμιζαν στρώματα και μαξιλάρια, κατασκεύαζαν ρούχα και σκεπάσματα και με το μαλλί των κατσικιών κατασκεύαζαν σαΐσματα, τροβάδες, τσουπιά, δισάκια. Επίσης, οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι κατασκεύαζαν βαριά ρούχα που ήταν απαραίτητα για την φύλαξη των κοπαδιών κατά την περίοδο του χειμώνα, όπως η γούνα με κουκούλα, φτιαγμένη με δέρματα τραγιών ή προβάτων κατάλληλα επεξεργασμένα, τα ταλαγάνια που ήταν μάλλινα παλτά και τα ύφαιναν στον αργαλειό με χοντρά μάλλινα στημόνια και υφάδια, το μαλλιότο και άλλα. Την γκλίτσα, απαραίτητο εργαλείο για το σαλάισμα των κοπαδιών, την έφτιαχναν συνήθως από σφενδάνη, κρανιά ή οξιά. 

    Κάθε γεωργική οικογένεια έπρεπε να διαθέτει απαραίτητα κάποια ζώα-εργάτες (μουλάρια , βόδια και γαιδούρια) για τα πολλά οργώματα των χωραφιών, τις συνεχείς μεταφορές υλικών και ξυλείας σε πολύ μακρινά μέρη και τις πολλές άλλες αγροτικές εργασίες. Τα ζώα αυτά οι νοικοκυραίοι τα στάβλιζαν σε καλύβες ή στα κατάλληλα διαμορφωμένα κατώγια των σπιτιών. Εκτός από τα ζώα-εργάτες κάθε οικογένεια διέθετε απαραίτητα ορισμένο αριθμό κατοικίδιων ζώων (κατσίκες, κότες, γουρούνια κλπ.) που όλα μαζί κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό τις βασικές ανάγκες διατροφής. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι τα προϊόντα της οικόσιτης κτηνοτροφίας μαζί με αυτά της γεωργικής παραγωγής, κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο το φάσμα των αναγκών διατροφής και ένδυσης κάθε αγροτικής οικογένειας του χωριού μας. 

   Χαρακτηριστικές ήταν και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων της εποχής για τις σχέσεις τους με τα ζώα. Οι παλιοί αγαπούσαν και σέβονταν τα ζώα τους, κυρίως εκείνα που τους πρόσφεραν εργασία, με ξεχωριστό τρόπο.  Κι όταν τα ζώα αυτά μεγάλωναν και δεν ήταν σε θέση να δουλεύουν δεν τα έσφαζαν, αλλά τα περιέθαλπαν μέχρι να πεθάνουν από φυσικό θάνατο. Κι αυτό γιατί θεωρούσαν μεγάλη ασέβεια να σκοτώνουν τα ζώα με τα οποία εργάζονταν για πολλά χρόνια μαζί. Η καθημερινή συνύπαρξη του ανθρώπου με τα ζώα για πολλά χρόνια στον μόχθο της δουλειάς, δημιουργούσε σχέση σεβασμού και εκτίμησης, που στις μέρες μας πιθανόν να φαντάζει υπερβολική και παράλογη. Από τα πεθαμένα αυτά ζώα έπαιρναν μόνο το δέρμα με το οποίο κατασκεύαζαν διάφορα δερμάτινα είδη (παπούτσια, ζυγολουριά κλπ.). 

 Η κτηνοτροφία άρχισε σιγά σιγά να εγκαταλείπεται καθώς πολλοί απ τους χωριανούς μας μετακόμισαν στα μεγάλα αστικά κέντρα και στο εξωτερικό. Στις μέρες μας υπάρχουν λίγα μόνο μικρά κοπάδια με γιδοπρόβατα , ενώ τα μέσα καλλιέργειας της παλιάς εποχής δεν υπάρχουν, ούτε σχεδόν σαν μουσειακά στοιχεία. 

 
 
 ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Υλοτομία - καυσόξυλα

 

Ο ορεσίβιος έκοβε ξύλα, μα δεν κατέστρεφε και τούτο γιατί από τη μια σεβόταν και πρόσεχε το περιβάλλον που ζούσε κι από την άλλη με τα εργαλεία που διέθετε, τα τσεκούρια του, τη βαριά και τις σφήνες, την κόφτρα και τα πριόνια του, λίγη ζημιά μπορούσε να προκαλέσει. Επιπλέον, δεν υλοτομούσε για να εμπορευτεί την ξυλεία, αλλά για να καλύψει τις ανάγκες του. 

 Η κοπή δέντρων, είτε για τον πρωτόγονο με το πέτρινο τσεκούρι, είτε για τον πολιτισμένο με το σιδερένιο και την κόφτρα, ήταν πάντα μια πολύ κουραστική αλλά άκρως αναγκαία εργασία. Σήμερα με τα αλυσοπρίονα έχει βελτιωθεί "δραματικά" η παραγωγικότητα στην υλοτομία. 

 Η υλοτόμηση χρήσιμης ξυλείας γενικά γινόταν το σαραντάημερο, με το τέλος του φθινοπώρου, τότε που τα δέντρα είχαν τους λιγότερους χυμούς και το φεγγάρι ήταν στη χάση. Της "σελήνης εν συνόδω ούσης και υπό την γην" όπως γράφει στην Γεωπονική του κάποιος Τιμολέων Βάσος πριν πεντακόσια χρόνια. 

Εκτός από το χρόνο της κοπής διάλεγαν και τον τόπο της υλοτόμησης. Έλατα από προσήλια κι άγονα μέρη, τα λεγόμενα κρανοέλατα, είναι ανθεκτικά στο σαράκι και στο σάπισμα, όμως είναι στριφτόξυλα, ροζάριακα, μικροφτιαγμένα κι άκομψα. Έλατα από ζερβά κι εύφορα μέρη, είναι ψηλά ευθυτενή με ίσια νερά κι άροζα, όμως είναι ντελικάτα κι ευάλωτα. 

  Πριόνια. 

Τα πριόνια ήταν από τα λίγα εισαγόμενα είδη στην αυτοδιοικούμενη κοινότητα και στο αύταρκες αγροτικό νοικοκυριό. 

 α. κόφτρα. Χρησιμοποιούταν για τις ρίψεις των δέντρων και για τον τεμαχισμό του κορμών τους, καθώς επίσης και για το κόψιμο των καυσόξυλων.

  β. αμπαροπρίονο ή καταρράχτης. Ήταν το πριόνι για την παραγωγή της πριστής ξυλείας. Αφού πρώτα τετραγώνιζαν, με το τσεκούρι το κούτσουρο (ελατοκορμό) το ανέβαζαν πάνω στο τεζάκι (ικρίωμα), εκεί έδεναν κατά μήκους του ξύλου ένα ράμμα, εν είδει χορδής, αφού πρώτα το εμπότιζαν σ΄ ένα κουτάκι με χρώμα. Τεντώνοντας και στη συνέχεια αφήνοντας το σχοινί, αποτυπωνόταν στο ξύλο η γραμμή, που ήταν ο οδηγός για το κόψιμο με το πριόνι. Εκεί, στο τεζάκι, οπλισμένοι με ιώβεια υπομονή, ο ένας πάνω κι ο άλλος κάτω, πριόνιζαν για να βγάλουν σανίδια, καδρόνια κ.λ.  γ. χειροπρίονο. Ήταν βιοτεχνικό ή και βιομηχανικό προϊόν και έκοβαν μ΄ αυτό τα λιανά ξύλα, κυρίως καυσόξυλα.

  Τσεκούρια. 

 Το τσεκούρι σαν είδος, μορφολογικά αποτελείται από την κόψη, από το σπίτι (τουρκ. ispit) την τρύπα δηλ. που μπαίνει το στειλιάρι και από το πίσω μέρος τον τσιόκο ( αρωμουν. tsiokο) ή τσίτσικα. Λειτουργικά είναι σφυροπέλεκυς, όπως είναι και το καθαρευουσιάνικο όνομά του. Ήταν ένα από τα προϊόντα των επιχώριων σιδεράδων-γύφτων. 

 α. τσεκούρι γενικής χρήσης. Είναι ο καθαρευουσιάνος σφυροπέλεκυς, δηλαδή διαθέτει και τσίτσικα για σφυροκοπήματα. Ξεχωρίζει ανάλογα με το μέγεθός του.  τσεκούρι (λατιν. cecuris). Με αυτό το όνομα ο αγρότης εννοούσε ένα τσεκούρι μετρίου μεγέθους ικανό να κόψει άνετα ένα δέντρο ή να σχίσει ένα χοντρό καυσόξυλο. 

  τσεκουράκι ή τσεκουροπούλι. Ήταν ένα μικρό τσεκούρι για ξεκλάρισμα ή για άλλες ελαφρές δουλειές. 

 β. τσεκούρι υλοτομικό. Ήταν μόνο πέλεκυς και όχι σφυροπέλεκυς. Χρησιμοποιούταν στην υλοτομία για το ξερόζιασμα και το ξεφλούδισμα των κορμών. Επίσης καρφώνοντάς το στην τομή του κορμού έπαιζε τον ρόλο του κορμοστροφέως.

  γ. λιάτα. Ήταν μόνο πέλεκυς με μεγάλη ακμή κοπής σε σχέση με το κοινό τσεκούρι. Κυκλοφορούσε σε διάφορα μεγέθη. 

   μεγάλη λιάτα. Μεγαλύτερη ήταν η εικοσιδιάρα λιάτα, με μήκος ακμής κοπής είκοσι δύο πόντους. Χρησιμοποιούταν αποκλειστικά για πελέκημα κορμών. Η εργασία του πελεκάνου ήταν βαριά και απαιτούσε τέχνη. 

μικρή λιάτα ή λιατάκι. Χρησιμοποιούταν περισσότερο για κόψιμο και λιγότερο για πελέκημα. 

Σφήνες. Οι σφήνες ήταν απαραίτητες για την παραγωγή της σχιστής ξυλείας και επιβοηθητικές στις ρίψεις των δέντρων. Απαραίτητο εργαλείο για την χρήση της σφήνας ήταν η βαρι

  α. σιδηρόσφηνα. Ήταν η κατ΄ αρχήν χρησιμοποιούμενη σφήνα, που εισχωρούσε στο ξύλο, σχίζοντάς το. Κατασκευαζόταν από τον σιδερά της περιοχής και κυκλοφορούσε σε πολλά μεγέθη. 

 β. ξυλόσφηνα. Κατασκευαζόταν και αυτή σε διάφορα μεγέθη, από πλατανόξυλο. Χρησιμοποιούταν μετά την σιδηρόσφηνα για να διευρύνει ακόμα περισσότερο το σχίσμα στο ξύλο. 

  Βοηθητικές κατασκευές.

  Ήταν κατασκευές διάφορες, άλλες μόνιμες και άλλες ευκαιριακές, χρήσιμες για το κόψιμο των ξύλων με πριόνι. 

 α. ξυλογαϊδάρα. Ήταν φορητή ξυλοκατασκευή πάνω στην οποία τοποθετούσαν τα καυσόξυλα προκειμένου να τα τεμαχίσουν ακόμα περισσότερο, ώστε να χωράνε στην σόμπα και τελευταία στην στόφα. 

  β. τεζάκι. Ήταν μια πρόχειρη σκαλωσιά, ένα κρεβάτι όπως θα το έλεγαν αλλιώς, που το κατασκεύαζαν στο σημείο της υλοτόμησης μέσα στον λόγγο, πάνω στο οποίο έβαζαν το ξύλο που ήθελαν να σχίσουν για σανίδια ή καδρόνι

  Χρήσιμα υλικά για την υλοτομία. 

 α. σπάγκος και χρώμα. Τα χρειάζονταν για να σημαδεύουν την κοψιά όταν έβγαζαν σανίδια και καδρόνια. Πολλές φορές που δεν είχαν χρώμα χρησιμοποιούσαν κοκκινόχωμα.

  β. πλατανόξυλα για ξυλόσφηνες. Tα χλωρά πλατανόξυλα ήταν τελείως ακατάλληλα για ξυλόσφηνες.

Υλοτομικά προϊόντα.

Οι άνθρωποι υλοτομούσαν για να παράγουν τα λεγόμενα χρήσιμα ξύλα, τα καυσόξυλά τους και τέλος έκοβαν ειδικά ξύλα για την κάλυψη εξεζητημένων αναγκών. Παλιά, σε αντίθεση με σήμερα, ο κύριος όγκος της παραγόμενης χρήσιμης ξυλείας ήτανε πολλή σχιστή, λιγότερη πελεκητή και ελάχιστη πριστή. 

  Χρήσιμα ξύλα

.Σαν χρήσιμα ξύλα νοούνται αυτά που χρειάζονται για την κατασκευή των σπιτιών και άλλων γενικά κατασκευών.

α. στρόγγυλη ξυλεία. Είναι ξεφλουδισμένοι κορμοί δέντρων, κατά βάσιν ελάτων, μικρών ή μεγάλων. Τα βασικά είδη της στρόγγυλης ξυλείας είναι τα πάτερα, που είναι μεγάλοι κορμοί κατάλληλοι για την κατασκευή πατωμάτων και οροφών των σπιτιών και οι στρουπίνες με τις φούρκες, που είναι κατάλληλες για φράχτες και άλλες δουλειές

β. πελεκητή ξυλεία. Προερχόταν από έλατα και άλλα άγρια ξύλα (βελανιδιές, κέδρα, κ.α.), κυκλοφορούσε υπό μορφή πάτερων, βιλεσιών και σανιδιών και ήταν χρήσιμη στην οικοδομική και σ΄ άλλες ξυλουργικές εργασίες. Ήταν έργο των πελεκάνων του

  γ. πριστή ξυλεία. Ήταν συνήθως ελάτινη, κυκλοφορούσε υπό μορφήν σανιδιών και καδρονιών και χρειαζόταν στις διάφορες ξυλουργικές εργασίεςδ. σχιστή ξυλεία. Ήταν κατά κανόνα ελάτινη, κυκλοφορούσε σε πέταβρα και σανίδια και χρειαζόταν για φράχτες και άλλες ξυλουργίες.

  Καυσόξυλα

Τα καυσόξυλα ήταν το πρώτο μέλημα του κάθε αγρότη κι ένας μόνιμος λόγος που πήγαινε κι υλοτομούσε στο δάσος. Όλοι ανεξαιρέτως έκοβαν καυσόξυλα γιατί όλον το χρόνο το τζάκι τους έκαιγε. Εκεί μαγείρευαν και έψηναν το ψωμί τους, εκεί ζεσταίνονταν και ξαπόσταιναν τον χειμώνα με τα κρύα και τους χιονιάδες.  Τα δρομολόγια για το κόψιμο και την μεταφορά των καυσόξυλων δεν είχαν τελειωμό. Εξήντα μουλαροφόρτια κούτσουρα χρειαζόταν ένα νοικοκυριό για να τα βγάλει πέρα τον χειμώνα χωρίς ελλείψεις και τσιγκουνιές.   Σαν καυσόξυλα χρησιμοποιούσαν κάθε είδος ξύλου από κάθε δέντρο. Ανάλογα με το μέγεθός τους διακρίνονταν σε χoντρά (κούτσουρα), λιανά, φλούδες, και προσανάμματα. Το συνηθισμένο μήκος τους ήταν γύρω στο μέτρο. 

  "Μικροξυλεία".

Ο βουνίσιος γεωργοκτηνοτρόφος εκτός από μανιώδης και δεινός κυνηγός της άγριας πανίδας ήταν και "κυνηγός" ξύλων. Έπρεπε να εντοπίσει και να συλλέξει στον κατάλληλο χρόνο μια απίθανη συλλογή μικροξυλείας 

Το κυρίαρχο υλικό των εργαλείων του ήταν το ξύλο. Ξύλα υπήρχαν πολλά, το καθένα με τις δικές του ιδιότητες, πολύτιμες για την ποιοτική κατασκευή των εργαλείων του. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά τις ιδιότητες των ξύλων καθώς και τους τρόπους βελτίωσής τους. Έτσι στις οστρέχες και στις αποθήκες του είχε ξύλα για στειλιάρια, ξύλα ωριμασμένα στην κοπριά για τα ξυλόγλυπτά του, ειδικά ξύλα για το αλέτρι του και άλλα πολλά.

 

 ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------                           

 

Πανηγύρια

 

Παλιά τα πανηγύρια στην περιοχή μας είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι' αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.

 Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής , που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ' αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν. 

 Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γελέκο (από την Πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.                                       

 Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της Εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα και περιποιημένα μαλλιά. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι» , δηλ. διπλοί.

 Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν. Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.

  Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.

 Έπιναν κρασί  με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου.Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στο χορό.

 Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος από μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες  παρουσιάζονταν  μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.            

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες. 

Γίνονταν σ' αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι από τα μεγάλα αστικά κέντρα φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα. 

   Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.

 Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

 

 

 ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Γιορτές

 

Μια ακόμη κοινωνική εκδήλωση, μια ακόμη γιορτή για κάθε σπίτι. Ο γιορτασμός των ονομάτων των μελών της οικογένειας. Φυσικά για κάθε μέλος, ανάλογα την ηλικία του, υπήρχε και η αντίστοιχη προετοιμασία. Άλλη όταν γιόρταζαν οι μεγάλοι και άλλη όταν γιόρταζαν οι μικροί.

Μετά το τέλος της εκκλησίας  θα ξεκινούσαν οι επισκέψεις στα σπίτια που γιορτάζανε. 

Οι επισκέψεις θα γινόταν παρέες-παρέες. Την πιο βασική αποτελούσαν ο παπάς, ο πρόεδρος και ο δάσκαλος. Ο παπάς θα έκανε ευχέλαιο, σήκωνε το όνομα, όπως λέγανε και αμέσως μετά τα κεράσματα. Ένα τσίπουρο ή ένα κρασί συνοδευόμενο με τα σχετικά μεζεδάκια. Άρχιζε το πιόμα νωρίς-νωρίς. Η παρέα θα συνέχιζε τις επισκέψεις της και σε άλλα σπίτι που γιόρταζαν.

Όσα σπίτια είχαν εορτάζοντα, θα έμεναν ανοιχτά. Το τραπέζι με τα μεζέδια πάντα στρωμένο. Ότι είχε να προσφέρει ο καθένας. Τσίπουρο, κρασί ντόπιο ή ούζο χύμα,για τους άνδρες, κάποιο αυτοσχέδιο λικέρ για τις γυναίκες και βέβαια το καθιερωμένο λουκούμι.

Θυμάμαι ότι οι μεγαλύτερες σε ηλικία πέρνανε το λουκούμι και το τυλίγανε σε χαρτοπετσέτα για να το πάνε στο σπίτι. Στα εγγόνια.

Έλεγαν και δικαιλογούσαν: "έχουμε εμείς δόντια για να το φάμε; "

Καθώς η μέρα κυλούσε και το οινόπνευμα έκανε την δράση του, άναβε το κέφι και το τραγούδι αναπόφευκτο καλό. Κάπου μεταξύ τραγουδιού και πιοτού, αρχίζανε τ΄αστεία. Τα πειράγματα στην ημερήσια διάταξη.

Έτσι έκανε τότε ο τάδε, έτσι ο δείνα. Αυτό είχε πάθει ο Γιάννης, εκείνο ο Μήτσος. Όλα βέβαια τα συμβάντα παραφουσκωμένα.

Όμορφες εποχές, χωρίς πολλές κακίες, από απλούς καθημερινούς ανθρώπους.

Καθώς πλησίαζε το μεσημέρι οι επισκέψεις αραίωναν. Το τραπέζι θα έστρωνε, η τάβλα πιο σωστά, και οι συγγενείς θα καθόταν για να το γιορτάσουν όλοι μαζί. 

Υπήρχε και το έθιμο για τα μικρά παιδιά. Το τράβηγμα του αυτιού. Όποιος μικρός γιόρταζε δεν του έσφιγγαν το χέρι, αλλά του τραβούσανε το αυτί. Έτσι θα του έλεγαν τα χρόνια πολλά. Σαν μια υπενθύμιση ότι θα πρέπει να είναι προσεκτικός στην ζωή του για να μην τον τιμωρούν. Αυτό το συμβόλιζαν με το τράβηγμα του αυτιού.

 

 

    ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Παλιά παιδικά παιγνίδια

 

Τσιλίκα - τσιλικάρι

 

Το τσιλίκα παίζεται με δύο ή περισσότερα παιδιά. Για να παιχτεί το παιχνίδι χρειάζονται δύο ξύλινες βέργες, μια μακριά 60-70 εκ. περίπου (τσιλίκα) και μια μικρή 10-20 εκ. περίπου (τσιλικάρι), που είναι ξυσμένο όπως το μολύβι μας στις δυο άκρες του. 

Τα παιδιά βάζουν σημάδι ρίχνοντας πέτρες και όποιος το πλησιάσει περισσότερο αρχίζει πρώτος. Αυτός λοιπόν βάζει πάνω από μια μικρή σκαμμένη εσοχή στο έδαφος το τσιλικάρι, παράλληλα προς το έδαφος, κι έχοντας τα άλλα παιδιά απένταντι του, ρίχνει με την τσιλίκα το τσιλικάρι, όσο πιο μακριά μπορεί, προσέχοντας όμως να μην το πιάσουν τα άλλα παιδιά. 

Αν το πιάσει ένα απ' τα παιδιά, τότε πηγαίνει αυτό το παιδί να ρίξει το τσιλικάρι και εκείνος που το έριξε πριν, αλλάζει θέση και πηγαίνει απέναντι με τα άλλα παιδιά. Αν δεν το πιάσει κανείς, τότε κάποιος απ' τους απέναντι ρίχνει το τσιλικάρι για να χτυπήσει την τσιλίκα, που την τοποθετεί εκείνος που έριξε το τσιλικάρι οριζόντια στο έδαφος και αν τη χτυπήσει αυτός παίρνει τη θέση αυτού που έριχνε και αλλάζουν θέσεις. 

Αν δε χτυπήσουν τη τσιλίκα, τότε ο κύριος παίχτης βάζοντας το τσιλικάρι σε ένα σημείο κοντά στην εσοχή, χτυπάει το τσιλικάρι με τη τσιλίκα του σε μία άκρη του και αυτό ανασηκώνεται ψηλά. Κατόπιν ο παίχτης αν το χτυπήσει μία φορά δυνατά τότε μετράει την απόσταση από το μέρος που το 'ριξε μέχρι το σημείο που έπεσε με τη τσιλίκα του και όποιο νούμερο βρει, αυτό είναι οι πόντοι που κέρδισε. 

Επίσης αν πριν χτυπήσει το τσιλικάρι του για να το στείλει μακριά, το χτυπήσει άλλη μια φορά (συνολικά 2) τότε τους πόντους, τους μετράει με το τσιλικάρι και όχι με την τσιλίκα. Και αν το χτυπήσει 2 φορές (συνολικά 3), τότε οι πόντοι μετράνε με το διπλάσιο νούμερο που βρίσκεται μετρώντας την απόσταση με το τσιλικάρι κ.ο.κ.

 Μακριά Γαϊδούρα

Παιγνίδι δυνατό, για μεγάλα παιδιά από 12 ετών και άνω. Απαιτεί αλτικότητα, ισορροπία και αντοχή. Τότε παιζόταν στις αλάνες και στο προαύλιο των σχολίων, σήμερα παίζεται συνήθως από στρατιώτες. 

Σχηματίζονται δύο ισοδύναμες ομάδες από 5-6 αγόρια. Με κλήρωση η μία ομάδα αναπαριστά τη «Μακριά Γαϊδούρα» και η άλλη το «φορτίο». 

Η πρώτη ομάδα επιλέγει τον πιο εύσωμο, ο οποίος στέκεται με τη πλάτη σ ένα δένδρο ή σ ένα τοίχο και αποτελεί τη «βάση» την κεφαλή της Μακριάς Γαϊδούρας. Ο επόμενος παίκτης σκύβει και πιάνει τη «βάση» από τη μέση με τα χέρια του σφιχτά, ενώ βάζει το κεφάλι του στο πλάϊ. Οι υπόλοιποι παίκτες ο ένας πίσω από τον άλλο σκύβουν και βάζουν το κεφάλι τους στα σκέλη του μπροστινού τους και του πιάνουν σφιχτά τα πόδια. Η μακριά γαϊδούρα είναι έτοιμη για φόρτωμα. 

Η δεύτερη ομάδα το «φορτίο» στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλο σε απόσταση 5-6M. Ο πρώτος παίκτης παίρνει φόρα και τρέχοντας τοποθετεί τα χέρια του στα καπούλια της μακριάς γαϊδούρας και εκτινάσσεται με σκοπό να καθήσει, όσο πιο μέσα γίνεται στο «σαμάρι» της. Στη συνέχεια ακολουθούν οι άλλοι με τον ίδιο τρόπο. 

Σε κάθε φόρτωμα (προσγείωση) ακούγονται από τα μακριά γαϊδούρα βογγητά: Άχ, η μέση μου, ωχ τα αυτιά μου. Από την άλλη ομάδα και τους παρατηρητές ακούγονται γέλια. 

Το παιγνίδι έχει και κανόνες όμως: Κανένας παίκτης από το «φορτίο» δεν πρέπει να πέσει από το σαμάρι ή να ακουμπήσει τα πόδια του στο έδαφος. Αν γίνει αυτό ή το άλλο οι ρόλοι αντιστρέφονται. Επίσης αν η μακριά γαϊδούρα «κοπεί» από το βάρος, το παιγνίδι αρχίζει από την αρχή με τους ίδιους ρόλους. 

Αν δεν συμβεί τίποτε απ όλα αυτά: Ο πρώτος παίκτης του «φορτίου» δείχνοντας με τα δάκτυλά του στη «βάση» ρωτάει: Μονά ή Ζυγά; Την απάντηση την δίνει ο πρώτος παίκτης κάτω από τη «βάση». Αν η απάντηση είναι επιτυχημένη, οι ρόλοι αντιστρέφονται, διαφορετικά όχι.

Γουρούνα 

Παιχνίδι που εκτός από ευστοχία απαιτούσε και αντανακλαστικά. Παιζόταν με ματσούκια, που κρατούσαν οι παίχτες και ένα τενεκάκι, που βαρούσε ο τιμωρημένος ( γρουνάς ). Οι παίκτες βρίσκονταν στην περίμετρο ενός κύκλου και ο καθένας ακουμπούσε το ματσούκι του σε μια γούρνα. Ο τιμωρημένος προσπαθούσε να φέρει το τενεκάκι κοντά στους παίκτες και να τους πετύχει . Όποιον πετύχαινε , έπερνε τη θέση του. Οι παίχτες με τη σειρά τους προσπαθούσαν να αποφύγουν το χτύπημα του τιμωρημένου και να διώξουν το τενεκάκι μακρια χωρίς να προλάβει ο τιμωρημένος να βάλει το ματσούκι του στη γούρνα του παίκτη.

 Γραμούλα.

Παιγνίδι για μεγαλύτερα παιδιά . Παιζόνταν από 3 μέχρι και 10 παίκτες. Σε απόσταση περίπου 5 μέτρων χαράζονταν μια γραμμή στο χώμα και όλοι οι παίκτες με ένα νόμισμα προσπαθούσαν να φτάσουν όσο πιο κοντά μπορούσαν.Αυτός που κέρδιζε το γύρο μάζευε όλα τα υπόλοιπα νομίσματα των άλλων και το παιγνίδι ξανάρχιζε απ την αρχή.

Μηλαρόνια

 Παίζεται από 8-12 παιδιά, που χωρίζονται στα 2 τέρματα και στα υπόλοιπα. Χαράζονται 2 γραμμές, σε απόσταση 10 περίπου βημάτων η μια απ' την άλλη. Οι 2 αυτές γραμμές λέγονται τέρματα και πίσω απ' αυτές στέκονται οι 2 παίκτες. Αριστερά απ' τις γραμμές αυτές, χαράσσεται μία άλλη, που από πίσω της πηγαίνουν και στέκονται όλοι όσοι κτυπηθούν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Ανάμεσα στις 2 γραμμές στέκονται τα υπόλοιπα παιδιά, που πρέπει όλη την ώρα να τρέχουν απ' τη μια άκρη στην άλλη, για να μη χτυπηθούν. Με κλήρο ορίζουν ποιος απ' τα 2 τέρματα θα ρίξει πρώτος τη μπάλα, για να κτυπήσει ένα από τα παιδιά που βρίσκονται στο κέντρο. 

  Αν κτυπήσει κάποιο, τότε εκείνο βγαίνει και στέκεται πίσω από την αριστερή γραμμή. Με τη σειρά του ρίχνει το τόπι ο άλλος και συμβαίνει το ίδιο. Οι μεσιανοί δεν έχουν τόπι και ο μόνος τρόπος να αμυνθούν είναι να τρέχουν πάνω-κάτω. Στο τέλος θα μείνει μονάχα ένα παιδί αχτύπητο και τότε παίζονται τα μηλαρόνια, δηλ. θα χτυπηθούν 12 μπαλιές, από 6 κάθε τέρμα.

 Πρώτα ρίχνει ο ένας, λέγοντας: «Ένα μηλαρόνι! », μετά ο άλλος, φωνάζοντας: «Δύο μηλαρόνια! » κι έτσι συνέχεια, ώσπου να ρίξουν και τα 12 μηλαρόνια. Εντωμεταξύ το παιδί που είναι στη μέση, τρέχει και κάνει κάθε είδους τσαλίμια, ώστε να γλιτώσει με κάθε τρόπο. Αν χτυπηθεί τότε χάνει, και το παιχνίδι ξαναρχίζει, αλλά με καινούργια τέρματα, αν όμως καταφέρει να μη κτυπηθεί, τότε έχει το δικαίωμα να καλέσει πάλι μέσα όλους τους παίκτες και το παιχνίδι ξαναρχίζει με τα ίδια τέρματα.

Μπίλιες - Βόλοι

Ένα παιχνίδι που χάθηκε, είναι και οι βόλοι. Ήταν φτιαγμένοι από πηλό - αργότερα από γυαλ ί- και βαμμένοι σε ζωηρά χρώματα. Ας δούμε δυο πολύ δημοφιλή παιχνίδια με βόλους: 

ΤΡΙΓΩΝΑΚΙ: Χαράζουμε στο χώμα ένα τρίγωνο και μέσα σ' αυτό ο κάθε παίχτης βάζει δυο-τρεις από τους βόλους του. Σε μια απόσταση 4-5 μέτρων στήνεται μια πέτρα. Τα παιδιά ρίχνουν τους βόλους τους προς την πέτρα και όποιος φτάσει πιο κοντά παίζει πρώτος. Ο παίχτης ρίχνει με τον αντίχειρα το βόλο του στο τριγωνάκι με σκοπό να χτυπήσει έναν από αυτούς που ήταν μέσα και να τον βγάλει έξω, οπότε και τον κερδίζει. Εάν κάποια στιγμή χάσει και ο βόλος του μείνει μέσα στο τρίγωνο, ο αμέσως επόμενος παίχτης χτυπώντας το βόλο κερδίζει όλους όσους είχε μαζέψει ο προηγούμενος ως τώρα. 

ΜΠΑΖ: Η διαδικασία με την πέτρα είναι η ίδια, αυτή τη φορά όμως οι βόλοι στήνονται σε ευθεία γραμμή ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο πρώτος στη σειρά λέγεται μάνα και ο δεύτερος παραμάνα. Αν χτυπήσεις κάποιον από τους δύο αυτούς βόλους, παίρνεις όλους όσους είναι στη σειρά μετά από αυτούς.